«Σας παρακαλώ, σταματήστε να μου μιλάτε σαν ρομπότ». Αυτό ήταν το απλό μήνυμα που έστειλε στους εργαζομένους της πριν από περίπου έξι μήνες η Michelle Volberg, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας τεχνολογικών προσλήψεων Twill.
Η αφορμή ήταν μια αλλαγή που είχε αρχίσει να παρατηρεί στην καθημερινή επικοινωνία της ομάδας της: τα μηνύματα στο Slack και τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία έμοιαζαν όλο και περισσότερο σαν να είχαν γραφτεί από την ίδια τεχνητή νοημοσύνη.
Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούσαν κείμενα που είχαν δημιουργηθεί με το Claude και τα προωθούσαν σχεδόν αυτούσια στους συναδέλφους και στην προϊσταμένη τους.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη Volberg, ήταν μηνύματα υπερβολικά αισιόδοξα, τυπικά και καλογυαλισμένα, αλλά χωρίς την απαραίτητη γνώση του πραγματικού πλαισίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις περιείχαν ακόμη και ανακρίβειες ή πληροφορίες που είχε επινοήσει το ίδιο το εργαλείο.
Η επικοινωνία που άλλοτε χαρακτηριζόταν από προσωπικότητα, αυθορμητισμό και γνώση των πελατών είχε αντικατασταθεί από κείμενα που θύμιζαν αδέξιες παρουσιάσεις εξωτερικών παραγόντων, όπως είπε στο The Business Insider.
Η εμφάνιση του «workslop»
Το φαινόμενο έχει αποκτήσει πλέον όνομα: «workslop».
Ο όρος δημιουργήθηκε πριν από περίπου έναν χρόνο από ερευνητές του Stanford Social Media Lab και της εταιρείας επαγγελματικής εκπαίδευσης και συμβουλευτικής BetterUp Labs.
Περιγράφει την παραγωγή και διακίνηση χαμηλής ποιότητας περιεχομένου από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης: μακροσκελή υπομνήματα, υπερβολικά αναλυτικά έγγραφα, ηλεκτρονικά μηνύματα, παρουσιάσεις και αναφορές που μπορεί να δείχνουν εντυπωσιακά, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρουν ελάχιστη ουσιαστική αξία.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα κείμενα είναι κακογραμμένα. Συχνά είναι υπερβολικά καλογραμμένα, με άψογη ορθογραφία, σωστή στίξη και επαγγελματικό ύφος. Ωστόσο, πίσω από την επιφανειακή αρτιότητα μπορεί να κρύβεται έλλειψη ουσιαστικής σκέψης, απουσία πραγματικής γνώσης και αδυναμία κατανόησης των αναγκών του παραλήπτη.
Με άλλα λόγια, το workslop είναι περιεχόμενο που μοιάζει με δουλειά, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητα πραγματική δουλειά. Αντί να εξοικονομεί χρόνο, μεταφέρει το βάρος στον επόμενο εργαζόμενο, ο οποίος πρέπει να διαβάσει, να ελέγξει, να διορθώσει και τελικά να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να πει ο συντάκτης.
Ένα μέρος του προβλήματος οφείλεται στην πίεση που ασκούν οι ίδιες οι επιχειρήσεις για την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης. Πολλές εταιρείες ενθαρρύνουν τους εργαζομένους να χρησιμοποιούν εργαλεία AI, χωρίς όμως να παρέχουν σαφείς οδηγίες για το πότε, πώς και σε ποιες εργασίες είναι πραγματικά χρήσιμα.
Ορισμένες επιχειρήσεις έχουν αρχίσει ακόμη και να συνδέουν τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης με την αξιολόγηση της απόδοσης των εργαζομένων. Έτσι, δημιουργείται ένα περιβάλλον στο οποίο πολλοί αισθάνονται ότι πρέπει να αποδεικνύουν διαρκώς πως αξιοποιούν τα νέα εργαλεία, ανεξάρτητα από το αν αυτό βελτιώνει το αποτέλεσμα.
Η τάση του λεγόμενου «tokenmaxxing», δηλαδή της υπερβολικής χρήσης εργαλείων AI για την παραγωγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου όγκου περιεχομένου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι εργαζόμενοι μπορεί να δημιουργούν περισσότερα έγγραφα, περισσότερες παρουσιάσεις και περισσότερα μηνύματα, χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική παραγωγικότητα.
Παράλληλα, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν εκπληρώσει ακόμη όλες τις υποσχέσεις για θεαματική εξοικονόμηση χρόνου. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι αναλαμβάνουν περισσότερες εργασίες και εργάζονται περισσότερες ώρες, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ποιότητα της τελικής παραγωγής.
Η ψευδαίσθηση της τελειότητας και η απώλεια της προσωπικής κρίσης
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η τάση των ανθρώπων να εμπιστεύονται υπερβολικά τις απαντήσεις της τεχνητής νοημοσύνης. Τα εργαλεία αυτά παρουσιάζουν τις πληροφορίες με αυτοπεποίθηση, ταχύτητα και γλωσσική ακρίβεια. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι κάθε απάντηση είναι σωστή και κάθε κείμενο έτοιμο προς αποστολή.
Στην πραγματικότητα, όμως, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παραλείψει κρίσιμες λεπτομέρειες, να παρερμηνεύσει το πλαίσιο μιας συζήτησης ή να δημιουργήσει ανύπαρκτα δεδομένα. Όταν ο εργαζόμενος δεν ελέγχει το αποτέλεσμα, το λάθος μεταφέρεται σε συναδέλφους, πελάτες και συνεργάτες.
Σύμφωνα με την Kate Niederhoffer, επικεφαλής επιστήμονα της BetterUp Labs, η έρευνα της οποίας δημοσιεύθηκε το περασμένο φθινόπωρο έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες παραδέχθηκαν ότι είχαν στείλει workslop, αναγνωρίζοντας πως κάποιο από το περιεχόμενό τους ήταν άχρηστο ή χαμηλής ποιότητας.
Η ίδια επισημαίνει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως ατομική αμέλεια. Μπορεί να αποτελούν ένδειξη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της διοίκησης, προσπάθεια καινοτομίας ή ακόμη και επαγγελματικής εξάντλησης.
Οι επιχειρήσεις υψώνουν αναχώματα στο AI slop
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, αρκετές εταιρείες έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν συγκεκριμένους κανόνες για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αμερικανικής startup λογισμικού Clay. Τον Αύγουστο, ο συνιδρυτής της, Varun Anand, δημοσίευσε στο LinkedIn μια νέα πολιτική για τη χρήση AI στη γραπτή επικοινωνία. Η φιλοσοφία της δεν είναι η απαγόρευση των εργαλείων, αλλά η απαίτηση οι εργαζόμενοι να αναλαμβάνουν την ευθύνη για κάθε ιδέα και κάθε πρόταση που περιλαμβάνεται στα κείμενά τους.
Η πολιτική υπογραμμίζει επίσης ότι η δημιουργία ενός εγγράφου θα πρέπει να απαιτεί περισσότερο χρόνο από την ανάγνωσή του, ενώ υπενθυμίζει ότι η συγγραφή αποτελεί μέρος της διαδικασίας σκέψης. Η συντομία και η αυθεντικότητα έχουν μεγαλύτερη αξία από την επιφανειακή τελειότητα.
Ανάλογη στάση υιοθέτησε ο Scott Stevenson, διευθύνων σύμβουλος της Spellbook. Σε μήνυμά του προς την ομάδα του, στις αρχές Σεπτεμβρίου, ξεκαθάρισε ότι προτιμά να λαμβάνει πέντε πρόχειρα αλλά ουσιαστικά bullets για μια νέα ιδέα, παρά πέντε άψογα μορφοποιημένες σελίδες. Παράλληλα, ζήτησε οι επικοινωνίες με τους πελάτες να είναι πάντα γραμμένες από τους ίδιους τους εργαζομένους.
Στο ίδιο πνεύμα, η Zocdoc εξέδωσε τον Αύγουστο οδηγίες κατά του AI slop, καλώντας το προσωπικό να μην παραδίδει περιεχόμενο χαμηλής ποιότητας, να διατηρεί τη δική του δημιουργική συμβολή και να ενημερώνει με διαφάνεια όταν χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη.
Η ανθρώπινη επικοινωνία ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Η περίπτωση της Twill δείχνει ότι η λύση μπορεί να είναι απλούστερη από την καθολική απαγόρευση της τεχνητής νοημοσύνης. Η Michelle Volberg επιτρέπει στους εργαζομένους της να χρησιμοποιούν το Claude για να οργανώνουν τις σκέψεις τους, να κάνουν brainstorming και να επεξεργάζονται ιδέες. Ωστόσο, ζητά να χρησιμοποιούν τη δική τους φωνή στις εσωτερικές επικοινωνίες.
Ο κανόνας της είναι σαφής: εάν δεν θα το έλεγες με αυτόν τον τρόπο σε μια προσωπική συζήτηση, σε ένα email ή σε ένα μήνυμα στο Slack, τότε μην το στείλεις.
Όπως διαπίστωσε, η αλλαγή είχε άμεσο αποτέλεσμα. Η δημιουργική σκέψη επανήλθε, οι διαπροσωπικές σχέσεις βελτιώθηκαν και η καθημερινή συνεργασία απέκτησε ξανά τον αυθορμητισμό και την ανθρώπινη διάσταση που είχε αρχίσει να χάνεται.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αντιμετώπιση του workslop δεν εξαρτάται μόνο από αυστηρότερους κανόνες ή από την εγκατάσταση εργαλείων ανίχνευσης AI. Απαιτεί μια διαφορετική εταιρική κουλτούρα, στην οποία οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι η προσωπική τους άποψη έχει αξία, ότι μπορούν να πειραματίζονται χωρίς να πιέζονται να παράγουν αδιάκοπα περιεχόμενο και ότι η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως υποστηρικτικό εργαλείο, όχι ως αντικαταστάτης της ανθρώπινης σκέψης.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες λέξεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η πραγματική αξία δεν βρίσκεται πλέον στην ποσότητα ούτε στην άψογη μορφοποίηση. Βρίσκεται στην κρίση, στη γνώση, στη δημιουργικότητα και στην ικανότητα επικοινωνίας.
Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται περισσότερα κείμενα που μοιάζουν επαγγελματικά. Χρειάζονται ανθρώπους που έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν. Και ίσως το σημαντικότερο μάθημα της εποχής του AI να είναι ότι η ανθρώπινη φωνή, αντί να γίνει περιττή, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.
- in.gr

