Από την «Οδύσσεια» του Ομήρου μέχρι τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι, η αφήγηση ιστοριών θεωρείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Μια νέα έρευνα, ωστόσο, δείχνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ήδη να δημιουργεί σύντομες ιστορίες που οι αναγνώστες βρίσκουν πιο ενδιαφέρουσες και ποιοτικές από εκείνες που έχουν γράψει άνθρωποι.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα δεν είναι μόνο ότι οι ιστορίες του ChatGPT βαθμολογήθηκαν υψηλότερα. Είναι ότι οι αναγνώστες εξακολουθούσαν να δείχνουν μεγαλύτερη εκτίμηση σε ένα κείμενο όταν πίστευαν ότι είχε ανθρώπινη προέλευση – ακόμη και όταν στην πραγματικότητα είχε δημιουργηθεί από τεχνητή νοημοσύνη.
Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Judgment and Decision Making», εξέτασε κατά πόσο οι άνθρωποι μπορούν να διακρίνουν μια ανθρώπινη ιστορία από ένα κείμενο που έχει δημιουργηθεί από το ChatGPT, αλλά και κατά πόσο η ταυτότητα του συγγραφέα επηρεάζει την αξιολόγησή τους.
Οι ιστορίες της τεχνητής νοημοσύνης βαθμολογήθηκαν υψηλότερα
Στο πρώτο μέρος της έρευνας συμμετείχαν 1.682 ενήλικες. Καθένας από αυτούς διάβασε μία από έξι σύντομες ιστορίες: τρεις είχαν γραφτεί από ανθρώπους και τρεις είχαν δημιουργηθεί από το ChatGPT, με παρόμοια θεματολογία και αφηγηματική κατεύθυνση.
Οι συμμετέχοντες ενημερώνονταν ότι η ιστορία που διάβασαν είχε γραφτεί είτε από άνθρωπο είτε από το ChatGPT. Η πληροφορία αυτή, όμως, δεν ήταν πάντοτε αληθινή. Στη συνέχεια, κλήθηκαν να αξιολογήσουν πόσο τους απορρόφησε το κείμενο, πόσο ενδιαφέρον το βρήκαν και ποια ήταν, κατά τη γνώμη τους, η συνολική ποιότητά του.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ένα παράδοξο: οι ιστορίες που είχαν δημιουργηθεί από το ChatGPT συγκέντρωσαν υψηλότερες βαθμολογίες από τα ανθρώπινα κείμενα ως προς την ποιότητα και την ικανότητά τους να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον.
Όταν, όμως, οι αναγνώστες πίστευαν ότι μια ιστορία είχε γραφτεί από άνθρωπο, την αξιολογούσαν ευνοϊκότερα, ανεξάρτητα από το ποιος –ή τι– την είχε πραγματικά δημιουργήσει. Με άλλα λόγια, οι συμμετέχοντες έδειξαν να προτιμούν το αποτέλεσμα της μηχανής, αλλά να αποδίδουν μεγαλύτερη αξία στην ιδέα της ανθρώπινης δημιουργίας.
Η Ντίνα Σκόλνικ Βάισμπεργκ, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Βιλανόβα της Πενσιλβάνια και μία από τις συγγραφείς της μελέτης, επισήμανε ότι τα σύγχρονα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν ήδη να δημιουργήσουν σύντομες ιστορίες οι οποίες γίνονται αντιληπτές ως εξίσου καλές ή ακόμη και καλύτερες από εκείνες των ανθρώπων.
Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι η δημιουργική γραφή θα πρέπει να παραδοθεί στις μηχανές.
Η ίδια, η οποία ασχολείται και με τη δημιουργική γραφή, υπογράμμισε ότι οι άνθρωποι δεν γράφουν μόνο για να παραγάγουν ένα ευχάριστο ή καλοδουλεμένο κείμενο. Γράφουν για να εκφραστούν, να κατανοήσουν τις εμπειρίες τους, να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους και να επικοινωνήσουν κάτι προσωπικό στους άλλους.
Το γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί αποτελεσματικά την ανθρώπινη αφήγηση δεν ακυρώνει αυτούς τους λόγους.
Οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν ποια ιστορία είχε γράψει το ChatGPT
Σε δύο ακόμη πειράματα, συνολικά 905 ενήλικες διάβασαν δύο ιστορίες με παρόμοιο θέμα – μία γραμμένη από άνθρωπο και μία δημιουργημένη από τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή τη φορά, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να μαντέψουν ποια ιστορία ανήκε σε ποιον δημιουργό.
Στο ένα πείραμα, μόλις το 39,4% εντόπισε σωστά την προέλευση των κειμένων, επίδοση χειρότερη από εκείνη που θα αναμενόταν βάσει τύχης. Στο άλλο, το ποσοστό των σωστών απαντήσεων κινήθηκε περίπου στο 52%, δηλαδή ουσιαστικά στα επίπεδα της τυχαίας επιλογής.
Οι ερευνητές κατέληξαν ότι δεν υπάρχουν γενικές ενδείξεις πως οι αναγνώστες μπορούν να διακρίνουν με αξιοπιστία τις ανθρώπινες ιστορίες από εκείνες που παράγει το ChatGPT.
Η εξοικείωση με τη λογοτεχνία δεν φάνηκε να βοηθά ιδιαίτερα. Αντίθετα, όσοι δήλωσαν ότι είχαν μεγαλύτερη εμπειρία με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης εμφάνισαν ελαφρώς καλύτερες επιδόσεις στην αναγνώριση των κειμένων.
Σύμφωνα με τη Βάισμπεργκ, η γραφή της τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται να διαθέτει ένα ιδιαίτερο ύφος, το οποίο οι χρήστες μπορούν σταδιακά να μάθουν να αναγνωρίζουν, όπως συμβαίνει και με το προσωπικό ύφος διαφορετικών ανθρώπινων συγγραφέων.
Γιατί οι αναγνώστες προτιμούν τις ιστορίες της AI
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι τα κείμενα της τεχνητής νοημοσύνης είναι συχνά πιο εύκολα στην ανάγνωση και την κατανόηση. Η γλώσσα τους μπορεί να είναι περισσότερο ομαλή, ξεκάθαρη και άμεσα προσβάσιμη, χαρακτηριστικά που συνήθως δημιουργούν θετικότερη εντύπωση στον αναγνώστη.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι συγκεκριμένες ιστορίες είναι βαθύτερες, πιο πρωτότυπες ή περισσότερο σύνθετες. Σημαίνει, όμως, ότι μπορεί να διαβάζονται με λιγότερη προσπάθεια και να προσφέρουν μια πιο άμεση εμπειρία.
Η μελέτη αποτυπώνει έτσι μια ενδιαφέρουσα αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που απολαμβάνουμε και σε αυτό που θέλουμε να πιστεύουμε ότι εκτιμούμε. Οι αναγνώστες μπορεί να προτιμούν την ευκολία και τη σαφήνεια ενός κειμένου που δημιούργησε μια μηχανή, αλλά ταυτόχρονα εξακολουθούν να αναζητούν πίσω από τις λέξεις την ανθρώπινη εμπειρία και την αυθεντικότητα.
Οι αντιρρήσεις για τα δικαιώματα και το μέλλον των συγγραφέων
Ο Λουκ Κέναρντ, καθηγητής Κινηματογράφου και Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα, έθεσε μια διαφορετική διάσταση του ζητήματος.
Όπως επισήμανε στον Guardian, η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα ουδέτερο εργαλείο, αντίστοιχο με τον ορθογραφικό έλεγχο ή ένα λεξικό συνωνύμων. Τα συστήματα αυτά έχουν εκπαιδευτεί πάνω σε τεράστιες ποσότητες ήδη υπάρχοντος ανθρώπινου έργου, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα πνευματικά δικαιώματα, την εργασία των δημιουργών και το μέλλον της συγγραφικής δραστηριότητας.
Για τον Κέναρντ, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δημιουργήσει ένα συνεκτικό και ευχάριστο κείμενο. Δεδομένου του όγκου της ανθρώπινης γραφής που έχει χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευσή του, μια τέτοια ικανότητα δεν προκαλεί έκπληξη.
Το ερώτημα είναι ποιο είναι το πραγματικό κόστος της και αν η ευκολία που προσφέρει δικαιολογεί τις συνέπειες για τους ανθρώπους που γράφουν και δημιουργούν.
Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι έπαψαν να έχουν θέση στη λογοτεχνία. Φέρνει, όμως, στο προσκήνιο μια πιο δύσκολη πραγματικότητα: μπορεί να βρισκόμαστε ήδη σε μια εποχή κατά την οποία η μηχανή είναι ικανή να μας προσφέρει ένα κείμενο πιο εύληπτο και άμεσα ελκυστικό από ένα ανθρώπινο.
Παράλληλα, εμείς εξακολουθούμε να αναζητούμε πίσω από τις λέξεις κάτι που δεν μετριέται εύκολα σε βαθμολογίες: το αποτύπωμα μιας πραγματικής ζωής.
