
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει αυξήσει αισθητά την πρόσβαση των νοικοκυριών στο διαδίκτυο. Ωστόσο, το ψηφιακό χάσμα δεν κρίνεται πλέον στο αν «υπάρχει ίντερνετ», αλλά στο τι είδους ίντερνετ υπάρχει: οπτική ίνα ή παλαιότερες λύσεις, σταθερότητα και πραγματική απόδοση σε ώρες αιχμής, δυνατότητα εξυπηρέτησης τηλεργασίας και cloud, καθώς και το κατά πόσο οι πολίτες διαθέτουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες ώστε να αξιοποιούν ουσιαστικά τις υπηρεσίες.
Με απλά λόγια, η χώρα τείνει να διαμορφώνει μια οικονομία δύο ταχυτήτων: τα αστικά κέντρα συγκεντρώνουν τις καλύτερες υποδομές και μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης, ενώ η περιφέρεια (ιδίως η αραιοκατοικημένη/ορεινή) ακολουθεί με σαφή καθυστέρηση.
Η γεωγραφική ανισότητα στην πρόσβαση είναι υπαρκτή, αλλά δεν λέει όλη την αλήθεια
Ακόμη και στο επίπεδο της «απλής πρόσβασης» από την κατοικία, καταγράφονται διαφοροποιήσεις μεταξύ μεγάλων γεωγραφικών ζωνών. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αμελητέες, αλλά το κρίσιμο είναι ότι αποτελούν μόνο την επιφάνεια του προβλήματος: δύο περιοχές μπορεί να εμφανίζουν παρόμοια πρόσβαση, αλλά τελείως διαφορετική ποιότητα (π.χ. FTTH έναντι παλαιότερων λύσεων).
Πίνακας 1: Πρόσβαση νοικοκυριών στο διαδίκτυο από την κατοικία ανά μεγάλη γεωγραφική περιοχή (NUTS 1), 2023–2024
| Μεγάλη γεωγραφική περιοχή (NUTS 1) | 2023 (%) | 2024 (%) | Μεταβολή (μονάδες) |
|---|---|---|---|
| Βόρεια Ελλάδα | 84,1 | 80,5 | -3,6 |
| Κεντρική Ελλάδα | 83,8 | 85,5 | +1,7 |
| Αττική | 91,1 | 90,5 | -0,6 |
| Νήσοι Αιγαίου και Κρήτη | 85,9 | 91,7 | +5,8 |
| Σύνολο χώρας | 86,9 | 86,9 | 0,0 |
Η εικόνα αυτή είναι χρήσιμη για να δούμε πού υπάρχουν υστερήσεις σε επίπεδο «σύνδεσης στο σπίτι». Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει το ψηφιακό χάσμα όπως βιώνεται σήμερα. Το πραγματικό χάσμα βρίσκεται στις υποδομές πολύ υψηλής χωρητικότητας και στην οπτική ίνα μέχρι την κατοικία.
Το «σκληρό» ψηφιακό χάσμα: οπτική ίνα και VHCN στην περιφέρεια
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με την Ευρώπη –και το σημείο που η Ελλάδα εμφανίζει την πιο δυσμενή ασυμμετρία– είναι η ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN) και οπτικής ίνας έως την εγκατάσταση (FTTP), ειδικά στις αραιοκατοικημένες περιοχές. Εκεί, το κόστος ανάπτυξης ανά νοικοκυριό αυξάνεται δραματικά: περισσότερα χιλιόμετρα δικτύου, λιγότεροι συνδρομητές, δυσκολότερη πρόσβαση, μεγαλύτερες ανάγκες για backhaul.
Από την άλλη πλευρά, στην κινητή (5G) η χώρα εμφανίζει πολύ υψηλή κάλυψη, ακόμη και σε αραιοκατοικημένες ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη σημασία της σταθερής οπτικής ίνας, ειδικά για επιχειρήσεις, τηλεργασία, εκπαιδευτικές χρήσεις και υπηρεσίες υψηλών απαιτήσεων.
Πίνακας 2: Βασικοί δείκτες υποδομών – Ελλάδα και ΕΕ (έτος αναφοράς 2024)
| Δείκτης | Ελλάδα (σύνολο) | Ελλάδα (αραιοκατοικημένες) | ΕΕ (σύνολο) | ΕΕ (αραιοκατοικημένες) |
|---|---|---|---|---|
| Κάλυψη VHCN | 46,06% | 3,26% | 82,49% | 61,89% |
| Κάλυψη FTTP | 46,06% | 3,26% | 69,24% | 58,78% |
| Συνδρομές σταθερής ≥100 Mbps | 34,85% | — | 71,88% | — |
| Συνδρομές σταθερής ≥1 Gbps | 0,00% | — | 22,25% | — |
| Κάλυψη 5G | 99,80% | 99,29% | 94,35% | 79,57% |
Η ανάγνωση αυτού του πίνακα είναι καθοριστική:
- Στο 5G είμαστε πρακτικά παντού.
- Στο σταθερό gigabit (VHCN/FTTP) είμαστε περίπου στη μέση ως εθνικός μέσος όρος, αλλά στην αραιοκατοικημένη Ελλάδα βρισκόμαστε ουσιαστικά στο περιθώριο.
- Στην υιοθέτηση γρήγορων σταθερών συνδέσεων (≥100 Mbps και ειδικά ≥1 Gbps), η απόσταση από την ΕΕ είναι πολύ μεγάλη.
Με άλλα λόγια, η χώρα εμφανίζει πρόοδο, αλλά η πρόοδος αυτή δεν μετατρέπεται ακόμη σε καθολικό “gigabit για όλους”, ιδιαίτερα εκτός πυκνοκατοικημένων ζωνών.
Τι δείχνει η αγορά: οι αναβαθμίσεις προχωρούν, αλλά όχι όσο χρειάζεται
Το αν υπάρχει κάλυψη είναι το ένα σκέλος. Το άλλο είναι η πραγματική μετάβαση των συνδρομητών σε ανώτερες τεχνολογίες και ταχύτητες. Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για το Α’ εξάμηνο του 2025 αποτυπώνουν μια αγορά σε μετάβαση, με σαφείς ενδείξεις βελτίωσης: αυξάνεται το μερίδιο γραμμών σε δίκτυα NGA, αυξάνεται το FTTH, και οι γραμμές ≥100 Mbps κερδίζουν μερίδιο.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει «μεικτή»: το FTTH ανεβαίνει, αλλά δεν έχει γίνει ακόμη ο κανόνας, ενώ η συνολική διείσδυση σταθερής ευρυζωνικότητας παραμένει γύρω στο 43% του πληθυσμού. Αυτό έχει δύο ερμηνείες που συνυπάρχουν: αφενός, δεν είναι παντού διαθέσιμη η αναβάθμιση με τον ίδιο ρυθμό, αφετέρου, δεν «τραβάει» παντού η ζήτηση λόγω κόστους, συνήθειας και αντίληψης ωφέλειας.
Πίνακας 3: Βασικοί δείκτες σταθερής ευρυζωνικότητας στην Ελλάδα (Α’ εξάμηνο 2025)
| Δείκτης | Τιμή |
|---|---|
| Ευρυζωνικές συνδέσεις | 4.468.662 |
| Διείσδυση σταθερής ευρυζωνικότητας (στον πληθυσμό) | 42,9% |
| Μερίδιο γραμμών σε δίκτυα NGA (VDSL Vectoring/FTTH) | 54,9% |
| Μερίδιο γραμμών FTTH στο σύνολο | 18,3% |
| Μερίδιο γραμμών υπερ-υψηλών ταχυτήτων (≥100 Mbps) | 44,7% |
Το κεντρικό συμπέρασμα εδώ είναι ότι η μετάβαση δεν είναι γραμμική: ακόμη κι όταν η υποδομή προχωρά, η υιοθέτηση εξαρτάται από την τιμολόγηση, την ενημέρωση, την αντίληψη αξίας, αλλά και από το πόσο «έτοιμη» είναι μια περιοχή να αξιοποιήσει την αναβάθμιση (επιχειρηματική δραστηριότητα, ψηφιακές δεξιότητες, απαιτήσεις χρήσης).
Το χάσμα δεξιοτήτων: η πιο «ύπουλη» πλευρά της ανισότητας
Ακόμη κι αν λύναμε αύριο το ζήτημα της υποδομής, θα μέναμε με ένα δεύτερο χάσμα: τις ψηφιακές δεξιότητες. Το χάσμα αυτό επιδρά άμεσα στη ζήτηση και στην αξιοποίηση: όταν μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται σε βασικές ψηφιακές πρακτικές (ασφαλής χρήση υπηρεσιών, ηλεκτρονικές συναλλαγές, e-government, βασική παραγωγικότητα), η ψηφιακή οικονομία δεν απογειώνεται, και η αναβάθμιση υποδομών δεν μετατρέπεται αυτόματα σε παραγωγικότητα και εισόδημα.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η εικόνα στην ύπαιθρο και στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπου οι δεξιότητες είναι αισθητά χαμηλότερες από τον εθνικό μέσο όρο.
Πίνακας 4: Δείκτες ψηφιακών δεξιοτήτων και ανθρώπινου κεφαλαίου (έτος αναφοράς 2024, όπου διαθέσιμο)
| Δείκτης | Τιμή |
|---|---|
| Πληθυσμός 16–74 με τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες | 52,40% |
| Κάτοικοι αγροτικών περιοχών με τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες | 36,04% |
| Ηλικίες 65–74 με τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες | 12,84% |
| ICT specialists στην απασχόληση | 2,5% |
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: περιοχές που υστερούν σε υποδομές τείνουν να υστερούν και σε δεξιότητες ή/και σε ένταση χρήσης. Έτσι, η ζήτηση για αναβάθμιση είναι συχνά ασθενέστερη, η εμπορική απόσβεση δυσκολότερη, και η επενδυτική προτεραιότητα μετακινείται ξανά προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Γιατί μένουν πίσω συγκεκριμένες περιοχές
Στην πράξη, το ψηφιακό χάσμα στην Ελλάδα παράγεται από τέσσερις βασικούς μηχανισμούς, οι οποίοι αλληλοτροφοδοτούνται.
Πρώτον, η οικονομία κλίμακας των δικτύων. Η ανάπτυξη οπτικής ίνας απαιτεί έργα πολιτικού μηχανικού, συντονισμό πολλών φορέων και υψηλό αρχικό κεφάλαιο. Σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, το κόστος «μοιράζεται» σε πολλούς συνδρομητές. Στην αραιοκατοικημένη Ελλάδα, το ίδιο έργο εξυπηρετεί λιγότερα νοικοκυριά, άρα το κόστος ανά σύνδεση εκτοξεύεται.
Δεύτερον, η γεωγραφική πολυπλοκότητα. Ορεινοί όγκοι, διασπορά οικισμών, νησιωτικότητα και ανάγκη αξιόπιστου backhaul αυξάνουν την τεχνική δυσκολία και την πιθανότητα καθυστερήσεων. Σε ορισμένες περιοχές, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το «τελευταίο μίλι», αλλά το πώς φτάνει επαρκής χωρητικότητα στον τοπικό κόμβο.
Τρίτον, τα διοικητικά και έργα πεδίου. Δικαιώματα διέλευσης, αδειοδοτήσεις, τομές, συντονισμός με δήμους και υπηρεσίες: όλα αυτά επηρεάζουν το χρονοδιάγραμμα και το κόστος. Η καθυστέρηση συχνά δεν είναι τεχνολογική, αλλά διαδικαστική.
Τέταρτον, η ζήτηση και οι δεξιότητες. Όπου το εισόδημα είναι χαμηλότερο ή η ψηφιακή ωριμότητα μικρότερη, οι αναβαθμίσεις δεν «περνούν» γρήγορα στην κατανάλωση. Και χωρίς ζήτηση, η αγορά διστάζει να επιταχύνει επενδύσεις σε περιοχές με ήδη δύσκολη απόσβεση.
Τι σημαίνει αυτό για οικονομία, επιχειρήσεις και κοινωνική συνοχή
Το ψηφιακό χάσμα δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι ζήτημα παραγωγικότητας, ισότιμης πρόσβασης σε υπηρεσίες και ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όταν μια επιχείρηση στην περιφέρεια δεν έχει αξιόπιστη σταθερή σύνδεση υψηλής χωρητικότητας, περιορίζεται η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει cloud εργαλεία, να κάνει σύγχρονες πωλήσεις, να λειτουργήσει με τηλεργασία, να εφαρμόσει ψηφιακές διαδικασίες και να προσελκύσει ανθρώπινο δυναμικό. Αντίστοιχα, για τους πολίτες, η ανεπαρκής σύνδεση ή οι χαμηλές δεξιότητες μετατρέπουν το e-government σε εμπόδιο αντί για διευκόλυνση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υψηλή κάλυψη 5G είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, όμως το σταθερό δίκτυο (ιδίως η οπτική ίνα) παραμένει η ραχοκοκαλιά της ψηφιακής οικονομίας.
Οι προϋποθέσεις για να κλείσει ουσιαστικά το χάσμα
Αν θέλουμε ουσιαστική σύγκλιση και όχι απλώς βελτίωση μέσων όρων, οφείλουμε να κινηθούμε σε τρεις κατευθύνσεις.
Πρώτον, στοχευμένη επιτάχυνση σε αραιοκατοικημένες/ορεινές περιοχές, με μηχανισμούς που μειώνουν το επενδυτικό κενό και ενισχύουν τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης δικτύου εκεί που η αγορά μόνη της δεν επαρκεί.
Δεύτερον, αποφασιστική απλοποίηση και ενοποίηση διαδικασιών (δικαιώματα διέλευσης, έργα, άδειες), ώστε να μειωθούν οι καθυστερήσεις που μετατρέπουν την ανάπτυξη δικτύων σε αργή και ακριβή διαδικασία.
Τρίτον, πολιτικές δεξιοτήτων με μετρήσιμο αποτέλεσμα, ειδικά στην ύπαιθρο και στις μεγαλύτερες ηλικίες. Διαφορετικά, ακόμη και η καλύτερη υποδομή θα υπο-αξιοποιηθεί και το χάσμα θα αναπαράγεται.
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει στην πρόσβαση και έχει επιτύχει πολύ υψηλή κάλυψη στην κινητή (5G). Παρ’ όλα αυτά, το ψηφιακό χάσμα επιμένει εκεί όπου η χώρα «χάνει» τον αγώνα της σταθερής οπτικής ίνας: στις αραιοκατοικημένες περιοχές και στην καθολική υιοθέτηση υπερυψηλών ταχυτήτων. Παράλληλα, οι ψηφιακές δεξιότητες, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο και στους μεγαλύτερους, λειτουργούν ως δεύτερος –και συχνά καθοριστικός– παράγοντας ανισότητας.
Αν συνεχίσουμε να κρινόμαστε μόνο από τον εθνικό μέσο όρο, θα βελτιωνόμαστε στα χαρτιά. Αν, όμως, στοχεύσουμε στο «δύσκολο κομμάτι» της χώρας –υποδομή και δεξιότητες στην περιφέρεια– τότε το ψηφιακό άλμα θα γίνει πραγματικό, παραγωγικό και κοινωνικά δίκαιο.
Σημείωση εκτός δημοσίευσης (για επιμέλεια στοιχείων): Τα δεδομένα των πινάκων προέρχονται από τις πιο πρόσφατες διαθέσιμες επίσημες δημοσιεύσεις για 2024 και Α’ εξάμηνο 2025.