Η ελληνική αγορά εργασίας μετασχηματίζεται, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόσταση με την Ευρώπη παραμένει. Ειδική ανάλυση του ΙΟΒΕ, η οποία εμπεριέχεται στην τριμηνιαία έκθεση του Ιδρύματος αποτυπώνει με σαφήνεια όχι μόνο την κατεύθυνση της αλλαγής, αλλά και τις έντονες αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ-27, τόσο το 2008 όσο και το 2024.
Ξεκινώντας από την κατανομή της απασχόλησης στους βασικούς τομείς, το 2008 η Ελλάδα εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερη συμμετοχή στον πρωτογενή τομέα, με ποσοστό 11,4%, έναντι μόλις 6,1% στην ΕΕ-27. Αντίθετα, στη μεταποίηση η εικόνα ήταν αντίστροφη: 11,8% στην Ελλάδα έναντι 18,0% στην Ευρώπη.
Στον τομέα της ενέργειας και των κατασκευών τα ποσοστά ήταν σχετικά κοντά (10,0% στην Ελλάδα και 9,7% στην ΕΕ), ενώ στο εμπόριο, τις μεταφορές και την εστίαση η Ελλάδα υπερείχε με 26,9% έναντι 19,6%. Στις λοιπές υπηρεσίες, τέλος, καταγραφόταν επίσης ισχυρή παρουσία της Ευρώπης (46,0%) σε σχέση με την Ελλάδα (39,8%).

Δεκαέξι χρόνια μετά, το 2024, η γενική τάση μετατόπισης προς τις υπηρεσίες είναι εμφανής και στις δύο περιπτώσεις, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην Ελλάδα, η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα μειώνεται οριακά στο 11,2%, παραμένοντας ωστόσο πολύ υψηλότερος από το 3,6% της ΕΕ-27.
Η απασχόληση στη μεταποίηση υποχωρεί περαιτέρω στο 9,8% στην Ελλάδα, τη στιγμή που στην Ευρώπη διαμορφώνεται στο 15,3%, διευρύνοντας το χάσμα. Στην ενέργεια και τις κατασκευές, η Ελλάδα πέφτει στο 6,4%, κάτω από το 8,5% της ΕΕ, ενώ στο εμπόριο, τις μεταφορές και την εστίαση παραμένει ισχυρή με 26,6%, έναντι 19,1%. Στις λοιπές υπηρεσίες καταγράφεται περαιτέρω άνοδος, με την Ελλάδα στο 46,0% και την ΕΕ-27 στο 53,0%, επιβεβαιώνοντας τη συνολική στροφή προς τον τριτογενή τομέα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στους τομείς έντασης γνώσης και τεχνολογίας. Το 2008, η Ελλάδα υστερούσε σε όλες τις κατηγορίες: στους τομείς υψηλής τεχνολογίας μόλις 2,2% έναντι 3,6% στην ΕΕ-27, στις υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης 1,7% έναντι 2,5%, στη μεταποίηση υψηλής και μέσης τεχνολογίας 1,7% έναντι 6,1%, και στις υπηρεσίες έντασης γνώσης 32,5% έναντι 35,4%.

Το 2024 καταγράφεται βελτίωση, αλλά δεν επαρκεί. Οι τομείς υψηλής τεχνολογίας στην Ελλάδα φτάνουν το 3,2%, παραμένοντας χαμηλότερα από το 5,1% της ΕΕ-27. Στις υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης, η Ελλάδα βρίσκεται στο 2,6%, έναντι 4,0% στην Ευρώπη. Στη μεταποίηση υψηλής και μέσης τεχνολογίας, τα ποσοστά παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλά (1,4% στην Ελλάδα έναντι 5,9% στην ΕΕ-27), επιβεβαιώνοντας το δομικό έλλειμμα. Στις υπηρεσίες έντασης γνώσης, τέλος, η Ελλάδα φτάνει το 37,7%, ενώ η Ευρώπη αγγίζει το 41,5%.

Τι δείχνει η συνολική εικόνα
Η συνολική εικόνα δείχνει πως η Ελλάδα ακολουθεί την ευρωπαϊκή τάση μετασχηματισμού, αλλά με υστέρηση σε κρίσιμους τομείς. Η απασχόληση μετακινείται προς τις υπηρεσίες, όμως μεγάλο μέρος αυτής της μετακίνησης αφορά δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη συμμετοχή σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας και γνώσης υποδεικνύει ότι η μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό και καινοτόμο μοντέλο παραμένει το ερώτημα για την ελληνική οικονομία.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ παρατηρείται μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας προς τον τριτογενή τομέα. Στην ΕΕ κυρίως από τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα οικονομικής δραστηριότητας προς τον τριτογενή, ενώ στην Ελλάδα κυρίως από τον δευτερογενή τομέα και τον τομέα ενέργεια/κατασκευές προς τον τριτογενή, με τον πρωτογενή και τα ορυχεία να σημειώνουν οριακή μόνο μείωση. Μάλιστα, σημειώνεται αύξηση των ποσοστών απασχόλησης στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και στους κλάδους έντασης γνώσης.
Η απόκλιση της Ελλάδας από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, έχει αυξηθεί σε αυτούς τους κλάδους. Η υστέρηση αυτή αναδεικνύει προκλήσεις καθώς η Ελλάδα υπολείπεται του Ευρωπαϊκού μέσου όρου στη διαδικασία μετάβασης σε ένα πιο σύγχρονο παραγωγικό υπόδειγμα που στηρίζεται στη συσσώρευση γνώσης και τη δημιουργία και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.