Οι πιέσεις σε μετοχές και ομόλογα αποκαλύπτουν πόσο εξαρτάται το επενδυτικό στοίχημα των επόμενων ετών από την έγκαιρη κατασκευή και χρηματοδότηση των data centers.
Η αμερικανική έκρηξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει μια ολοένα δυσκολότερη δοκιμασία: να μετατρέψει τις συμφωνίες για μελλοντική υπολογιστική ισχύ σε εγκαταστάσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν, να ηλεκτροδοτηθούν και να παραδοθούν εγκαίρως.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η άνοδος του κόστους δανεισμού, οι καθυστερήσεις στις κατασκευές και η αυξανόμενη αντίδραση των τοπικών κοινωνιών προκαλούν ρωγμές σε έναν κλάδο που αναπτύχθηκε με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Οι πιέσεις μεταφέρονται πλέον στις αγορές, με πτώση μετοχών και ομολόγων και αναβολές σχεδίων εισαγωγής στο χρηματιστήριο.
Το μέγεθος του στοιχήματος είναι τεράστιο. Μελέτη του οικονομολόγου Στάιν φαν Νίβενμπουργκ, της Columbia Business School, που παρουσιάζεται από το Brookings Institution, υπολογίζει ότι οι αμερικανικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, ενεργειακά συστήματα και τσιπ θα μπορούσαν να φθάσουν τα 10,3 τρισ. δολάρια την περίοδο 2025–2032. Πρόκειται για περίπου 3,6% του αμερικανικού ΑΕΠ ετησίως — εκτίμηση μελλοντικών δαπανών, όχι ποσό που έχει ήδη επενδυθεί.
Τα έργα πολλαπλασιάστηκαν, αλλά η υλοποίηση δυσκολεύει
Η εκρηκτική ζήτηση για υπολογιστική ισχύ προσέλκυσε τεράστια κεφάλαια σε νέες εταιρείες, επιταχύνοντας παράλληλα τις διαδικασίες αξιολόγησης των έργων. Στελέχη περιγράφουν στους FT μια αγορά που απέκτησε χαρακτηριστικά «Άγριας Δύσης», με την ταχύτητα να γίνεται καθοριστικό κριτήριο.
Η OpenAI και η Anthropic, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις αποφάσεις τους, αποδέχθηκαν υψηλότερο βραχυπρόθεσμο κόστος και συνεργασίες με λιγότερο έμπειρους παρόχους, προκειμένου να περιορίσουν τον κίνδυνο έλλειψης υπολογιστικών πόρων.
Ωστόσο, τα εμπόδια γίνονται πλέον μετρήσιμα. Η εταιρεία πληροφοριών για κανονιστικά ζητήματα RegLayer καταγράφει τουλάχιστον 47 μεγάλα έργα που έχουν καθυστερήσει, αποσυρθεί ή μπλοκαριστεί το 2026. Χαρακτηρίζει, μάλιστα, τον αριθμό συντηρητικό, καθώς καλύπτει κυρίως τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις.
Αναλυτές της Bernstein εκτίμησαν τον Οκτώβριο ότι μόλις περίπου το 35% των σχεδιαζόμενων αμερικανικών έργων έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να υλοποιηθεί. Παράλληλα, έρευνα των FT αναφέρει ότι περισσότερες από 1.000 κοινότητες έχουν επιχειρήσει μέσα στο έτος να επιβάλουν προσωρινές αναστολές ή άλλους περιορισμούς στις υποδομές AI.
Στις δυσκολίες αδειοδότησης προστίθεται η εξασφάλιση ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές γίνονται περισσότερο απαιτητικές ως προς τις συνδέσεις με το δίκτυο, ζητώντας σε περιπτώσεις έργων να εξασφαλίζεται ίδια παραγωγή ενέργειας.
Η CoreWeave στο επίκεντρο των πιέσεων
Η επέκταση της αγοράς στηρίζεται εν μέρει στους λεγόμενους neocloud providers, νέους παρόχους υπολογιστικών υποδομών που αναλαμβάνουν να συγκεντρώσουν γη, εξοπλισμό και ενέργεια για να εξυπηρετήσουν τις εταιρείες AI.
Οι πολυετείς συμβάσεις τους υπόσχονται μεγάλα μελλοντικά έσοδα. Για να αρχίσουν, όμως, να εισπράττουν, πρέπει πρώτα να χρηματοδοτήσουν τις κατασκευές και τις αγορές εξοπλισμού. Ο ακριβότερος δανεισμός και η επιδείνωση του κλίματος στα ομόλογα δυσκολεύουν αυτή τη διαδικασία.
Η CoreWeave, η οποία προέρχεται από την εξόρυξη κρυπτονομισμάτων, βρέθηκε στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, με τη μετοχή της να χάνει σχεδόν 25% μέσα στην εβδομάδα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ένα από τα μη εξασφαλισμένα ομόλογά της υποχώρησε σε επίπεδα που παραπέμπουν σε χρηματοοικονομική δυσχέρεια. Πιέσεις δέχθηκαν και τίτλοι που χρηματοδοτούν εγκαταστάσεις μισθωμένες στην εταιρεία: ομόλογο 1,1 δισ. δολαρίων για κέντρο δεδομένων στη Βιρτζίνια έχασε περίπου 5% μέσα σε τρεις εβδομάδες από την τιμολόγησή του.
Το ερώτημα των επενδυτών αφορά τόσο την πρόσβαση των παρόχων σε νέα κεφάλαια όσο και την ικανότητα των πελατών τους να δημιουργήσουν έσοδα που θα καλύπτουν το αυξανόμενο κόστος της AI.
Οι καθυστερήσεις μπορούν να κοστίσουν και συμβόλαια
Για τις εταιρείες ανάπτυξης υποδομών, η καθυστέρηση ενός έργου μπορεί να έχει συνέπειες πέρα από την αύξηση του κατασκευαστικού κόστους. Οι μεγάλοι πελάτες έχουν ενσωματώσει στις συμφωνίες τους ρήτρες αποχώρησης, εάν δεν τηρούνται συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.
Προβλήματα καταγράφονται σε εγκαταστάσεις της Oracle που κατασκευάζονται για το Stargate, το πρόγραμμα υποδομών της OpenAI ύψους 500 δισ. δολαρίων. Το πρόγραμμα έχει αντιμετωπίσει απορρίψεις αδειών χωροθέτησης, καθυστερήσεις και αποχωρήσεις στελεχών, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής υπολογιστικών υποδομών Σατσίν Κάτι.
Οι TeraWulf και Cipher έχουν επίσης επαναδιαπραγματευτεί μισθώσεις και παρατείνει χρονοδιαγράμματα έργων για την Anthropic, εν μέρει λόγω αλλαγών που ζήτησαν η εταιρεία AI και η συνεργάτιδά της Fluidstack.
Στην περίπτωση εγκατάστασης της Cipher στο Τέξας, η παράταση συνοδεύτηκε από συμφωνία της εταιρείας να καλύψει τα πρώτα 359 εκατ. δολάρια υπερβάσεων κόστους. Οι αλλαγές δημιούργησαν ανάγκη για περίπου 750 εκατ. δολάρια πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, ενώ μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών καλύφθηκε μέσω έκδοσης μετατρέψιμου ομολόγου 850 εκατ. δολαρίων.
Η OpenAI υποστηρίζει, μέσω εκπροσώπου της, ότι η προσέγγισή της επιδιώκει ισορροπία ανάμεσα στην ταχύτητα, το κόστος και την αξιοπιστία.
Οι χρηματιστηριακές εισαγωγές δεν αποτελούν εύκολη διέξοδο
Η Nscale, πάροχος με έδρα το Λονδίνο και στήριξη από την Nvidia, βρίσκεται αντιμέτωπη με αντίστοιχη πίεση. Η Anthropic μπορεί να αποχωρήσει από συμφωνία 45 δισ. δολαρίων, εάν δεν τηρηθούν οι προθεσμίες χρηματοδότησης ή παράδοσης ενός μεγάλου έργου στη Δυτική Βιρτζίνια.
Η Nscale επιδιώκει εισαγωγή στη Νέα Υόρκη με αποτίμηση 35 δισ. δολαρίων, αλλά τραπεζίτες θεωρούν δύσκολη την άμεση υλοποίηση του σχεδίου λόγω της μεταβλητότητας. Τον Αύγουστο διέθετε περίπου 25.000 προηγμένα τσιπ AI σε λειτουργία, έναντι σχεδόν 500.000 που σχεδιάζει να ενεργοποιήσει.
Ο επικεφαλής της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, παραμένει αισιόδοξος για την εταιρεία, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί στην πολυτιμότερη βρετανική επιχείρηση που δημιουργήθηκε την τελευταία δεκαετία.
Οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι ακόμη μεγαλύτερες για την SB Energy, η οποία ανήκει κατά πλειοψηφία στη SoftBank. Σύμφωνα με τους FT, δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη κέντρο δεδομένων και χρειάζεται 174 δισ. δολάρια για την εκπλήρωση συμβάσεων που αντιστοιχούν σε μελλοντικά έσοδα 430 δισ. δολαρίων, κυρίως από την OpenAI. Τα σχέδια εισαγωγής της με αποτίμηση 50 δισ. δολαρίων έχουν αναβληθεί.
Καθυστερήσεις ή αναβολές καταγράφονται και σε άλλα σχέδια, όπως της Firmus, ενώ η μετάθεση της δημόσιας εγγραφής της ίδιας της OpenAI επιβαρύνει το κλίμα.
Η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ εξακολουθεί να στηρίζει τις φιλοδοξίες του κλάδου. Η δυνατότητα, όμως, να εξασφαλιστούν χρηματοδότηση, άδειες και ηλεκτρική ενέργεια εγκαίρως θα καθορίσει πόσες από τις σημερινές συμφωνίες θα μετατραπούν σε λειτουργικά data centers.

