Από 10,2 έως 12,9 δισ. Ευρώ, τόσο υπολογίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι θα κοστίσει, σε βάθος τριετίας, η ενδεχόμενη αντικατάσταση εξοπλισμού 5G.
Το προσχέδιο της νέας ευρωπαϊκής Πράξης για την Κυβερνοασφάλεια φέρνει ενιαία πιστοποίηση, αποκλεισμούς προμηθευτών με κριτήριο τη χώρα προέλευσης και ένα βαρύ κόστος για τις τηλεπικοινωνίες. Ποιος θα καλύψει το κόστος;
Από 10,2 έως 12,9 δισ. Ευρώ, τόσο υπολογίζει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι θα κοστίσει, σε βάθος τριετίας, η ενδεχόμενη αντικατάσταση εξοπλισμού 5G από τους επονομαζόμενος προμηθευτές «υψηλού κινδύνου» στην ΕΕ. Ο κλάδος ανεβάζει τον λογαριασμό έως και τα 40 δισ. ευρώ. Ωστόσο, κανείς ακόμη δεν είναι σε θέση να απαντήσει ποιος θα επωμιστεί το κόστος.
Τα βλέμματα όλων στρέφονται στο προσχέδιο της νέας Πράξης για την Κυβερνοασφάλεια (Cybersecurity Act 2.0 – CSA2), που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιανουάριο και, προς το παρόν, βρίσκεται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Το κείμενο δεν είναι ακόμη νόμος, αλλά προϊδεάζει για τις αλλαγές που θα επέλθουν στον τρόπο που οι επιχειρήσεις που κατατάσσονται στις κρίσιμες υποδομές – κυρίως οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών- σχεδιάζουν προμήθειες, συμβάσεις και επενδύσεις.
Τις επιπτώσεις του CSA2 εξετάζει μελέτη του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Κυβερνοασφάλεια και Τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης» του Πανεπιστημίου Πειραιώς, υπό την επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Χρήστου Ξενάκη, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας. Η μελέτη επικροτεί την ανάγκη για περισσότερη ψηφιακή ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η πρόταση αφήνει ανοιχτό το πιο κρίσιμο ζήτημα: την κατανομή του κόστους.
Ενιαίο πιστοποιητικό για 27 αγορές
«Για τους κατασκευαστές εξοπλισμού, τα νέα είναι κατά βάση καλά. Το CSA2 αντικαθιστά το σημερινό συνονθύλευμα εθνικών απαιτήσεων, με ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο πιστοποίησης προϊόντων και υπηρεσιών τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Ο ENISA θα καταρτίζει τα σχήματα πιστοποίησης, η Επιτροπή θα τα εγκρίνει και διαπιστευμένοι φορείς θα εκδίδουν πιστοποιητικά με ισχύ σε όλη την ΕΕ. Να σημειωθεί ότι τα κράτη-μέλη δεν θα μπορούν να προσθέτουν δικές τους απαιτήσεις όπου υπάρχει ήδη ισχύον ευρωπαϊκό σχήμα» τονίζει στο Fortune ο κ. Ξενάκης.
Πρακτικά, όπως λέει, ένα πιστοποιημένο προϊόν θα έχει ευκολότερη πρόσβαση σε 27 αγορές. Ενώ το πιο σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά θα μπορεί να πιστοποιείται και η συνολική ωριμότητα μιας επιχείρησης στην κυβερνοασφάλεια. Η πιστοποίηση θα διευκολύνει επίσης τη συμμόρφωση με την Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα, χωρίς να την εξασφαλίζει αυτόματα.
Τα μη τεχνικά κριτήρια επιλογής
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ξενάκη, το «αμφισβητήσιμο» σημείο της πρότασης CSA2 είναι η εφοδιαστική αλυσίδα τεχνολογικού εξοπλισμού. Οι οντότητες που χαρακτηρίζονται ως «κρίσιμες» από την Οδηγία NIS2, από τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια μέχρι το cloud και τις τράπεζες και άλλους κλάδους, θα ζητηθεί να αξιολογούν πόσο εξαρτώνται από τους λεγόμενους προμηθευτές «υψηλού κινδύνου».
«Τα μέτρα θα ορίζονται με εκτελεστικές πράξεις και θα ποικίλουν από απαιτήσεις διαφάνειας και ελέγχους τρίτων έως και την πιθανή απαγόρευση εξοπλισμού σε κρίσιμα σημεία των υποδομών. Η αξιολόγηση δεν θα βασίζεται μόνο σε τεχνικά κριτήρια. Σε αυτά θα συγκαταλέγονται το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η χώρα έδρας και το νομικό περιβάλλον που δραστηριοποιείται ο προμηθευτής. Η Κομισιόν επιδιώκει να μπορεί να χαρακτηρίζει ολόκληρες χώρες ως «υψηλού κινδύνου». Οι προμηθευτές αυτών των χωρών πιθανότατα θα αποκλείονται από δημόσιες συμβάσεις και ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα προγράμματα για κρίσιμο εξοπλισμό ΤΠΕ» λέει χαρακτηριστικά.
Η μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς, και του Ελληνικού Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο σημείο του υπό διαμόρφωση θεσμικού πλαισίου, ασαφές και ανοιχτό σε της ερμηνείες, με πιθανές προεκτάσεις στην αγορά, που μπορούν να επιφέρουν επενδυτική αβεβαιότητα. Η μείωση προμηθευτών μπορεί να σημαίνει της λιγότερο ανταγωνισμό και ακριβότερες τιμές για τον εξοπλισμό.
Υπάρχει και η πολιτική διάσταση που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Μέχρι σήμερα, η επιλογή προμηθευτών για τα εθνικά δίκτυα ήταν κατά βάση απόφαση κάθε κράτους. Με βάση την πρόταση του CSA2, την αρμοδιότητα αυτή επιδιώκει να αναλάβει η Κομισιόν, αφήνοντας στα κράτη-μέλη κυρίως εποπτικό ρόλο. Σύμφωνα με τη μελέτη, το σημείο αυτό εγείρει ζήτημα σε σχέση με την αρχή της εθνικής κυριαρχίας.
Οι τηλεπικοινωνίες θα αντέξουν το οικονομικό βάρος;
Εστιάζοντας στα δίκτυα κινητής, ο κ. Ξενάκης υπενθυμίζει πως η πρόταση προτίθεται να δώσει περιθώριο έως 36 μήνες για την αντικατάσταση του εξοπλισμού των λεγόμενων προμηθευτών «υψηλού κινδύνου». Η προθεσμία θα ξεκινά από τη δημοσίευση του σχετικού καταλόγου.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση επιπτώσεων της πρότασης με βάση ένα συγκεκριμένο σενάριο για το 5G, το οποίο ανεβάζει το κόστος πιθανής αντικατάστασης εξοπλισμού στα 3,4 έως 4,3 δισ. ευρώ ανά έτος, για μία τριετία. Τα ποσά αυτά βεβαίως αφορούν σε ένα μόνο σενάριο. Αυτό, δεν περιλαμβάνει την εγκατάσταση, την εκπαίδευση προσωπικού, τη διαλειτουργικότητα με τα υπάρχοντα συστήματα και τις αλλαγές συμβάσεων, προφανώς θα πολλαπλασιάσουν τα κόστη. Αντιθέτως, ο κλάδος βλέπει τον λογαριασμό να φτάνει σε πολύ μεγαλύτερο ύψος» επισημαίνει.
Σε κοινή πάντως δήλωσή τους, οι επικεφαλής 17 ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών ομίλων κάνουν λόγο για κόστη που θα φτάσουν έως και 40 δισ. ευρώ, επικαλούμενοι μελέτη της GSMA Intelligence, του ερευνητικού βραχίονα που διαθέτει ο Διεθνής Σύνδεσμος Παρόχων Κινητής. Οι ίδιοι υπενθυμίζουν ότι ο κλάδος επενδύει ήδη περίπου 64 δισ. ευρώ τον χρόνο σε τεχνολογικές υποδομές.
Σύμφωνα πάντα με τον GSMA, χρειάζονται επιπλέον 475 δισ. ευρώ για να αποκτήσει και να διατηρήσει η Ευρώπη, δίκτυα κινητής παγκόσμιου επιπέδου. Εδώ κρύβεται το λεγόμενο κόστος ευκαιρίας. Αν ένα μέρος των κεφαλαίων διοχετευθεί σε αντικατάσταση εξοπλισμού που λειτουργεί κανονικά, αυτά τα κεφάλαια θα κοπούν από επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, επιβραδύνοντας την εξέλιξη δικτύων 5G – 6G, δικτύων gigabit, υποθαλάσσιων καλωδίων και άλλων τεχνολογιών αιχμής.
Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Καθώς, η πρόταση δεν προβλέπει γενικό, εγγυημένο μηχανισμό αποζημίωσης για τον εξοπλισμό που ενδέχεται να αντικατασταθεί, το κόστος θα πέσει στους παρόχους. Η Επιτροπή έχει εκπονήσει και ένα ακραίο σενάριο, όπου όλο το κόστος περνά στους συνδρομητές. Σε τέτοια περίπτωση, η επιβάρυνση φτάνει τα 6,5 έως 8,3 ευρώ τον χρόνο ανά συνδρομητή για τρία χρόνια. Ο κλάδος όμως έχει ήδη πιεσμένα περιθώρια, λόγω υψηλού ανταγωνισμού, οπότε όποιο έξτρα κόστος δεν περάσει στα τιμολόγια των τελών, θα αφαιρεθεί από τα επενδυτικά πλάνα. Ο καταναλωτής θα χάσει έτσι κι αλλιώς. Αν όχι στον λογαριασμό που πληρώνει, τότε λόγω της βραδύτερης ανάπτυξη δικτύων και υπηρεσιών.
«Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Ευρώπη χρειάζεται ασφαλέστερα ψηφιακά δίκτυα. Το στοίχημα είναι να τα αποκτήσει με μέτρα αναλογικά προς τον πραγματικό κίνδυνο. Κι ακόμη, αν θα το κάνει χωρίς να θυσιάσει την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις που χρειάζεται για την επόμενη γενιά ψηφιακών δικτύων» καταλήγει ο κ. Ξενάκης.

