Ο νομπελίστας οικονομολόγος αμφισβητεί τις αισιόδοξες προβλέψεις για την τεχνητή νοημοσύνη, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος της αγοράς εργασίας θα μείνει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστο.
- Ο Κρίστοφερ Πισσαρίδης εκτιμά ότι έως και 40% των θέσεων εργασίας σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ουσιαστικά εκτεθειμένες στην AI.
- Ο νομπελίστας οικονομολόγος αμφισβητεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα προκαλέσει νέο κύμα παραγωγικότητας αντίστοιχο με εκείνο των υπολογιστών.
- Κλάδοι όπως η νοσηλευτική και η φιλοξενία θεωρούνται λιγότερο πιθανό να επωφεληθούν άμεσα από την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας Κρίστοφερ Πισσαρίδης προειδοποιεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αναμένεται να επαναφέρει τις δυτικές οικονομίες στην εποχή της ταχείας αύξησης της παραγωγικότητας.
Ο καθηγητής του London School of Economics, ο οποίος έχει μελετήσει εκτενώς τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης στην εργασία, αμφισβητεί τις ιδιαίτερα αισιόδοξες εκτιμήσεις που θέλουν την AI να μεταμορφώνει ριζικά την παραγωγή, την απασχόληση και τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, έως και τέσσερις στις δέκα θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστες από την τεχνητή νοημοσύνη. Ως παραδείγματα αναφέρει επαγγέλματα στη νοσηλευτική και στη φιλοξενία, όπου η ανθρώπινη παρουσία, η φυσική εργασία και η προσωπική αλληλεπίδραση παραμένουν κρίσιμες.
Αμφιβολίες για ένα νέο productivity boom
Οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας έχουν επενδύσει σημαντικές προσδοκίες στην τεχνητή νοημοσύνη, θεωρώντας ότι μπορεί να αναζωογονήσει την οικονομική ανάπτυξη, η οποία έχει επιβραδυνθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες.
Ωστόσο, ο Πισσαρίδης εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός. Όπως σημειώνει, μέχρι στιγμής υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις ότι η AI έχει ήδη οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.
«Αμφιβάλλω ότι θα υπάρξει μια νέα έκρηξη αντίστοιχη με εκείνη των ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η σημερινή εικόνα δεν δικαιολογεί προβλέψεις για επιστροφή σε πολύ υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας.
Το όριο της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά εργασίας
Κατά τον Πισσαρίδη, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά σε πόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας μπορεί να εφαρμοστεί με τρόπο που να παράγει μετρήσιμα οφέλη.
Σε κλάδους όπως τα χρηματοοικονομικά, οι νομικές υπηρεσίες, η διοίκηση και ορισμένες μορφές αναλυτικής εργασίας, η AI μπορεί να ενισχύσει την ταχύτητα και την αποδοτικότητα. Όμως σε επαγγέλματα που απαιτούν φυσική παρουσία, φροντίδα, χειρωνακτική εργασία ή άμεση ανθρώπινη επαφή, τα περιθώρια αυτοματοποίησης είναι πιο περιορισμένα.
Αυτό σημαίνει ότι για να επιβεβαιωθούν οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις, οι κλάδοι που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην AI θα έπρεπε να πετύχουν εξαιρετικά μεγάλες αυξήσεις παραγωγικότητας, ικανές να αντισταθμίσουν την περιορισμένη επίδραση σε μεγάλο μέρος της αγοράς εργασίας.
«Δεν είναι ρεαλιστικό να μιλάμε για υψηλούς ρυθμούς»
Μιλώντας στο συνέδριο της Royal Economic Society στο Νιούκαστλ, ο Πισσαρίδης υποστήριξε ότι οι εκτιμήσεις για πολύ υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας λόγω AI δεν είναι ρεαλιστικές.
«Πιστεύω ότι πρέπει να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η εποχή της ταχείας αύξησης της παραγωγικότητας έχει παρέλθει, ό,τι κι αν κάνουμε», σημείωσε.
Η τοποθέτησή του έρχεται σε αντίθεση με πιο αισιόδοξες φωνές από τον χώρο της τεχνολογίας και της οικονομικής πολιτικής, που βλέπουν την τεχνητή νοημοσύνη ως τεχνολογία γενικής χρήσης, ικανή να αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο.
Η πρόκληση για τις δυτικές οικονομίες
Η συζήτηση γύρω από την AI έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τις δυτικές οικονομίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, δημογραφικές πιέσεις και ασθενή αύξηση πραγματικών μισθών.
Η Ευρώπη, ειδικότερα, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με χρόνια υποτονική παραγωγικότητα, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής και εντείνει τις κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις.
Για τον Πισσαρίδη, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει οφέλη, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόματη λύση για τις βαθύτερες αδυναμίες των οικονομιών. Η αύξηση της παραγωγικότητας θα εξαρτηθεί από το πού και πώς θα εφαρμοστεί η τεχνολογία, αλλά και από το αν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θα μπορέσουν να την ενσωματώσουν αποτελεσματικά.
Η AI ως εργαλείο, όχι ως πανάκεια
Η θέση του νομπελίστα οικονομολόγου δεν είναι ότι η AI δεν θα έχει καμία επίδραση. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι μπορεί να βελτιώσει την απόδοση σε συγκεκριμένους κλάδους και εργασίες.
Η προειδοποίησή του αφορά την υπερβολή των προσδοκιών. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο εργασίας, να επιταχύνει διαδικασίες και να αυξήσει την αποδοτικότητα σε ορισμένα επαγγέλματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα προκαλέσει μια γενικευμένη παραγωγική επανάσταση.
Για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η AI μπορεί να είναι ισχυρό εργαλείο, αλλά η παραγωγικότητα δεν θα αυξηθεί αυτόματα. Θα χρειαστούν επενδύσεις, αναβάθμιση δεξιοτήτων, οργανωτικές αλλαγές και ρεαλιστική αξιολόγηση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Hyperion GR-1: Σε τροχιά ο πρώτος ελληνικός οπτικός μικροδορυφόρος
- Ταξίδια στην ΕΕ: Για το 2027 μετατίθεται η νέα ηλεκτρονική άδεια εισόδου στην ΕΕ
- Αγορές προβλέψεων: Όταν οι δασικές πυρκαγιές γίνονται αντικείμενο στοιχηματισμού

