
Το 2025 υπήρξε χρονιά έντονης κινητικότητας στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, με τις επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς να σημειώνουν ρεκόρ και να συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι στην Ελλάδα «έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη» για την αναβάθμιση των υποδομών: το 2024 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά ~10% και ανήλθαν σε 1,1 δισ. ευρώ, ενώ αντίστοιχα ο κύκλος εργασιών του κλάδου παρουσίασε οριακή κάμψη (≈-1,1%), διαμορφούμενος σε περίπου 4,9 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή –από τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΕΤΤ– φανερώνει μια αγορά που επενδύει «με μανία» στην ανάπτυξη νέων δικτύων, έστω κι αν τα έσοδα παραμένουν υπό πίεση. Οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών ευελπιστούν ότι αυτές οι επενδύσεις θα αποδώσουν καρπούς από το 2026 και μετά.
Επέκταση δικτύων: Οπτικές ίνες και 5G σε πρώτο πλάνο
Κομβικός άξονας των εξελίξεων το 2025 ήταν η ραγδαία ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών (FTTH) και η ευρεία διάδοση του 5G. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε τροχιά «αποχαλκοποίησης» των υποδομών: σύμφωνα με τον Πρόεδρο της ΕΕΤΤ, έχει τεθεί στόχος εγκατάλειψης του 80% του δικτύου χαλκού μέχρι το 2028 και πλήρους μετάβασης σε δίκτυα οπτικών ινών ως το 2030. Για τον σκοπό αυτό, τρέχουν μεγάλα έργα όπως το κρατικό πρόγραμμα Ultra Fast Broadband (UFBB), ενώ ήδη έχουν δοθεί 317.000 κουπόνια επιδότησης σε καταναλωτές μέσω της δράσης Gigabit Voucher για σύνδεση σε FTTH, καθώς και 50.000 κουπόνια για «Smart Readiness» κτιρίων. Στόχος των πρωτοβουλιών αυτών είναι να ενθαρρυνθεί η ζήτηση και να διευκολυνθεί η μετάβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε υπερυψηλές ταχύτητες Internet.
Δίκτυα οπτικών ινών (FTTH): Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι επιτάχυναν τις επεκτάσεις των δικτύων FTTH σε κάθε γωνιά της χώρας. Ο Όμιλος ΟΤΕ (COSMOTE) έκλεισε το 2025 έχοντας αναπτύξει περίπου 2,1 εκατομμύρια γραμμές FTTH πανελλαδικά, με στόχο να φτάσει τα 3 εκατομμύρια μέχρι το 2027 και να καλύψει το 70% της επικράτειας τα επόμενα χρόνια. Η NOVA –μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης Wind– βασίζεται σε ένα φιλόδοξο επενδυτικό πλάνο: το δικό της δίκτυο FTTH έφτασε περίπου 830.000 συνδέσεις στο τέλος της χρονιάς, με προοπτική να ξεπεράσει το 1 εκατ. ως τα μέσα του 2026. Αντίστοιχα, η Vodafone Ελλάδος ανέβασε ταχύτητα, εγκαθιστώντας 500.000 γραμμές FTTH έως το τέλος του 2025 και στοχεύοντας συνολικά 850.000 homes passed μέχρι το 2027. Εκτός από τους παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς ομίλους, εμφανίστηκαν και νέοι «παίκτες» στις υποδομές: η ΔΕΗ μέσω της θυγατρικής ΔΕΗ Fiber αξιοποιεί το εκτεταμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας για να αναπτύξει δίκτυο οπτικών ινών. Ήδη το 2025 κάλυψε περίπου 1,7 εκατομμύρια κατοικίες και επιχειρήσεις (homes passed) με FTTH, με στόχο τις 3,8 εκατ. μέχρι το 2028. Η είσοδος της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες θεωρείται game-changer, καθώς η εταιρεία χάρη στην υπάρχουσα υποδομή της μπορεί να εγκαθιστά συνδέσεις πολύ ταχύτερα και φθηνότερα – το μέσο κόστος ανά σύνδεση FTTH για τη ΔΕΗ εκτιμάται μόλις σε 160 €, γεγονός που της επιτρέπει να προσφέρει ανταγωνιστικές τιμές. Παράλληλα, μικρότεροι πάροχοι όπως η InaLan επεκτάθηκαν δυναμικά: ήδη καλύπτει 900.000 νοικοκυριά σε Αττική και Θεσσαλονίκη, σχεδιάζοντας να φτάσει τα 2,4 εκατ. μέχρι το 2028. Η γενική εικόνα στο τέλος του 2025 είναι ότι οι οπτικές ίνες απλώνονται με ταχύ ρυθμό, φέρνοντας την Ελλάδα κοντύτερα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους συνδεσιμότητας υψηλών ταχυτήτων.
Δίκτυα κινητής και 5G: Στο μέτωπο της κινητής τηλεφωνίας, το 5G εδραιώθηκε ως το νέο πρότυπο, με κάλυψη που πλέον αγγίζει σχεδόν όλο τον πληθυσμό. Η Vodafone ανακοίνωσε ότι το δίκτυο 5G της καλύπτει ήδη το 95% του πληθυσμού της χώρας (σε 249 πόλεις και 71 νησιά), ενώ έχει επεκτείνει την κάλυψη και σε κρίσιμες υποδομές μεταφορών – από αεροδρόμια και λιμάνια μέχρι μεγάλους αυτοκινητοδρόμους (π.χ. Εγνατία Οδό) και ακόμη και εν πλω, καλύπτοντας το 65% των πλοίων που εξυπηρετούν την νησιωτική Ελλάδα. Η COSMOTE επίσης πλησιάζει τη πλήρη πληθυσμιακή κάλυψη, ενώ ξεχωρίζει για την πρωτοπορία της στο 5G Stand-Alone (SA): ήταν ο μόνος πάροχος που διέθετε εμπορικά ενεργό δίκτυο 5G SA μέσα στο 2025, καλύπτοντας ήδη ~75% του πληθυσμού με αυτόνομο δίκτυο 5G. Το 5G SA –γνωστό και ως «5G+»– ανοίγει το δρόμο για προηγμένες υπηρεσίες, όπως σταθερή ασύρματη πρόσβαση (Fixed Wireless Access) σε περιοχές χωρίς εύκολη ενσύρματη σύνδεση, καθώς και Network Slicing (κατατμήσεις δικτύου για εξυπηρετηση εξειδικευμένων αναγκών). Οι άλλοι δύο μεγάλοι πάροχοι ολοκλήρωσαν την προετοιμασία των 5G SA υποδομών τους εντός του 2025 και βρίσκονται προ των πυλών για εμπορική διάθεση τέτοιων υπηρεσιών το 2026. Συνολικά, η χρονιά έκλεισε με την Ελλάδα να έχει πετύχει ευρεία διάδοση του 5G, προσεγγίζοντας τις ανεπτυγμένες αγορές σε πληθυσμιακή κάλυψη, και να εισέρχεται στην επόμενη φάση αξιοποίησης του 5G, πέρα από ταχύτερο mobile internet, σε πιο σύνθετες εφαρμογές (smart cities, βιομηχανικό IoT, τηλεϊατρική κ.α.).
Αναδιάταξη της αγοράς: νέοι παίκτες και ανταγωνισμός
Στο επιχειρηματικό πεδίο, το 2025 χαρακτηρίστηκε από αναδιατάξεις και όξυνση του ανταγωνισμού στην τηλεπικοινωνιακή αγορά. Οι τρεις παραδοσιακοί πάροχοι (ΟΤΕ, Vodafone, Nova) διατήρησαν την πρωτοκαθεδρία, όμως απέκτησαν έναν ενισχυμένο «αντίπαλο» από τον χώρο της ενέργειας και έναν νέο εναλλακτικό πάροχο στην κινητή, γεγονότα που αναμένεται να πιέσουν τις τιμές προς τα κάτω και να ωφελήσουν τους καταναλωτές.
Μερίδια αγοράς και μεγάλοι όμιλοι: Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της αγοράς, ο Όμιλος ΟΤΕ παραμένει ο κυρίαρχος «παίκτης», με μερίδιο περίπου 59,1% σε επίπεδο συνολικών εσόδων τηλεπικοινωνιών, ενώ ακολουθούν η Vodafone με 20,8% και η Nova με 15,8%. Ουσιαστικά οι τρεις τους καλύπτουν πάνω από το 95% της αγοράς, μετά και τη συγχώνευση Wind–Nova που ολοκληρώθηκε νωρίτερα. Το 2025 δεν υπήρξε κάποια νέα μεγάλη συγχώνευση – η αγορά είχε ήδη συμμαζευτεί σε αυτούς τους τρεις ομίλους – ωστόσο είδαμε σημαντικές κινήσεις από μη παραδοσιακούς παίκτες: δύο εταιρείες ενέργειας, η ΔΕΗ και η Volton, εισήλθαν δυναμικά στις τηλεπικοινωνίες. Η ΔΕΗ επένδυσε μαζικά στις υποδομές FTTH, όπως αναφέρθηκε, και πλέον προσφέρει υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης (με τη μάρκα «ΔΕΗ Fiber») σε πολλές περιοχές. Μάλιστα, η κυβέρνηση χαιρέτισε θερμά την είσοδο του ενεργειακού γίγαντα στις τηλεπικοινωνίες, εκτιμώντας ότι θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα ρίξει τις τιμές. «Στην αγορά των τηλεπικοινωνιών μπήκε ένας καινούργιος παίκτης, [και] αρχίζουν με αρκετά μεγάλη ταχύτητα οι τιμές να πέφτουν. Έτσι δουλεύει η αγορά…» σχολίασε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του.
Παράλληλα, η Volton έγινε ο πρώτος εικονικός πάροχος κινητής (MVNO) με ευρεία παρουσία. Από τον Μάρτιο 2025, η εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας λάνσαρε την υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας Orizon και ξεκίνησε την εμπορική διάθεση πακέτων κινητής ως ο «4ος πάροχος» στην κινητή (αν και χωρίς ιδιόκτητο δίκτυο, σε συνεργασία με υφιστάμενο πάροχο). Η Orizon προσφέρει απεριόριστη φωνή/SMS και γενναιόδωρα data, με τιμές που ξεκινούν από 15–18€ τον μήνα, ενώ δίνει έκπτωση στο ρεύμα σε όσους συνδυάζουν τα συμβόλαια κινητής με τις υπηρεσίες ενέργειας της Volton. Πρόκειται για μια πρωτοποριακή συνδυαστική προσέγγιση (bundle telecom + energy) που αναμένεται να τραβήξει ένα τμήμα κυρίως value-seeking πελατών. Η παρουσία της Volton ως MVNO, μαζί με την έλευση της ΔΕΗ, αναδιαμορφώνουν το τοπίο: για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, οι καταναλωτές έχουν επιπλέον εναλλακτικές επιλογές πέραν των κλασικών τηλεπικοινωνιακών ομίλων, κάτι που ήδη λειτουργεί καταλυτικά στον ανταγωνισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο 2025 οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών προχώρησαν σε επανασχεδιασμό τιμολογίων και προσφορών, προσπαθώντας να θωρακίσουν τα μερίδιά τους στην πιο απαιτητική αυτή νέα αγορά.
«Θάνατος» της σταθερής τηλεφωνίας: Μια παράπλευρη τάση στον κλάδο είναι η συνεχιζόμενη συρρίκνωση της παραδοσιακής σταθερής τηλεφωνίας. Το 2024, η κίνηση φωνής στα σταθερά δίκτυα σημείωσε ελεύθερη πτώση -24,2% σε ετήσια βάση, συνεχίζοντας μια δεκαετή καθοδική πορεία. Όλο και περισσότεροι χρήστες εγκαταλείπουν το σταθερό τηλέφωνο, βασιζόμενοι αποκλειστικά στην κινητή τηλεφωνία και στις διαδικτυακές υπηρεσίες επικοινωνίας. Παρόλα αυτά, τα συνδυαστικά πακέτα εξακολουθούν να έχουν πέραση: πάνω από τους μισούς συνδρομητές επιλέγουν triple-play (Internet, τηλεφωνία, τηλεόραση) ή ακόμα και quad-play πακέτα, απολαμβάνοντας την ευκολία του «όλα σε έναν λογαριασμό». Η συνδρομητική τηλεόραση συγκεκριμένα λειτουργεί ως ισχυρό δέλεαρ – αποτελεί πλέον ισχυρό χαρτί των παρόχων. Σύμφωνα με στοιχεία, το ποσοστό των τηλεπικοινωνιακών πακέτων που περιλαμβάνουν και υπηρεσίες TV αυξήθηκε από 21% το 2015 σε 54% το 2024, γεγονός που δείχνει ότι οι εταιρείες «δένουν» τους πελάτες προσφέροντας ολοκληρωμένη ψυχαγωγία μαζί με τηλεφωνία και internet. Έτσι, ενώ η παραδοσιακή φωνητική τηλεφωνία φθίνει, οι πάροχοι αντισταθμίζουν με ενοποιημένες προσφορές πολλαπλών υπηρεσιών, ώστε να ενισχύουν την πιστότητα των πελατών τους.

Στρατηγικές των μεγάλων παρόχων: πέρα από τις τηλεπικοινωνίες
Οι μεγάλοι όμιλοι –ΟΤΕ, Vodafone, Nova– προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα επενδύοντας όχι μόνο σε δίκτυα αλλά και σε νέα πεδία δραστηριότητας πέραν της κλασικής τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο νέος Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΤΕ, Κώστας Νεμπής, ο Όμιλος «έχει πάψει προ πολλού να είναι απλώς τηλεπικοινωνιακός πάροχος». Ο ΟΤΕ επιχειρεί να τοποθετηθεί ως εταιρεία τεχνολογίας εν γένει, αξιοποιώντας τη διεθνή τεχνογνωσία του Ομίλου Deutsche Telekom και στοχεύοντας σε ψηφιακές λύσεις για επιχειρήσεις, cloud και ΙοΤ, πέραν των παραδοσιακών τηλεφωνικών υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, η Vodafone Ελλάδας εκπόνησε έναν οδικό χάρτη διαφοροποίησης: σύμφωνα με τον CEO Αχιλλέα Κανάρη, η στρατηγική περιλαμβάνει εξαγορές στον χώρο του ICT (πληροφορική και ολοκληρωμένες ψηφιακές λύσεις) και είσοδο σε νέους τομείς όπως η αμυντική τεχνολογία και οι συνεργασίες στην ενέργεια. Ήδη, ο Όμιλος Vodafone έχει διεθνή εμπειρία σε “έξυπνα” ενεργειακά έργα και έργα τεχνολογίας για την άμυνα, την οποία σκοπεύει να αξιοποιήσει και στην ελληνική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, η Vodafone δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να παρέχει και η ίδια υπηρεσίες ρεύματος μέσω συνεργασιών – κάτι που ήδη έχουν κάνει ο ΟΤΕ (Cosmote Energy) και η Nova – αξιοποιώντας τη συγκυρία σύγκλισης τηλεπικοινωνιών-ενέργειας.
Όσον αφορά τη Nova, υπό τη νέα ηγεσία του CEO Γιώργου Λάμπρου, επίσης υιοθετείται μια πολυδιάστατη αναπτυξιακή στρατηγική με πέντε βασικούς πυλώνες: (1) συνεχιζόμενες επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς (fiber/5G), (2) ενίσχυση δραστηριοτήτων πληροφορικής, ICT λύσεων για επιχειρήσεις και IoT, (3) αξιοποίηση Τεχνητής Νοημοσύνης στις λειτουργίες και υπηρεσίες, (4) βελτίωση της εμπειρίας πελάτη και (5) ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική με φιλοσοφία «value for money». Στόχος της Nova είναι να αυξήσει την παρουσία της σε έργα εταιρικών πελατών και ψηφιακού μετασχηματισμού (ICT έργα), ώστε να βελτιώσει τα περιθώρια κέρδους της και να ενισχύσει τη θέση της έναντι των ανταγωνιστών. Είναι σαφές ότι όλες οι εταιρείες του κλάδου κινήθηκαν μέσα στο 2025 προς ένα μοντέλο ολοκληρωμένων ψηφιακών παρόχων: δεν πωλούν απλώς “φωνή και δεδομένα”, αλλά ολόκληρα πακέτα τεχνολογικών λύσεων, από cloud και cybersecurity για επιχειρήσεις μέχρι ψυχαγωγία (π.χ. Vodafone TV που είδε αύξηση ~10% στη συνδρομητική του βάση το 2025) για τα νοικοκυριά.
Επιπλέον, είδαμε τις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες να διεκδικούν ενεργά μεγάλα ψηφιακά έργα. Η Vodafone ανέφερε ότι έχει ήδη αναλάβει έργα ICT αξίας ~350 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια, ενώ διαθέτει pipeline πρόσθετων έργων ύψους 200 εκατ. έως το 2026 – πολλά εκ των οποίων αφορούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό του Δημοσίου. Αντίστοιχα, ο ΟΤΕ (μέσω της Cosmote e-Value, της MLS που εξαγόρασε πρόσφατα κ.ά.) και η Nova (μέσω της Flip και συνεργασιών) διεκδικούν κομμάτι από την πίτα των χρηματοδοτούμενων έργων ΤΠΕ. Στον πυλώνα των υπηρεσιών προς επιχειρήσεις, η Vodafone σημειώνει ότι το Vodafone Business είδε ανάπτυξη άνω του 30% το 2025, ειδικά σε λύσεις IoT και ICT, αντανακλώντας τη ζήτηση των εταιρικών πελατών. Οι πάροχοι συνδέσεων ποντάρουν στη στροφή των μεγάλων οργανισμών σε cloud, cybersecurity και AI και προσπαθούν να καθιερωθούν ως αξιόπιστοι ψηφιακοί συνεργάτες επιχειρήσεων αλλά και του κράτους.
Συνολικά, λοιπόν, το 2025 οι τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα κινήθηκαν πέρα από τα παραδοσιακά τους όρια. Εκτός από την εντατική ανάπτυξη δικτύων (κορμού του αντικειμένου τους), εστιάζουν στη διαφοροποίηση των υπηρεσιών και στην εκμετάλλευση νέων πηγών εσόδων – από την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών και ολοκληρωμένων λύσεων ΙΤ, μέχρι τη διεκδίκηση μεριδίου σε κλάδους όπως η άμυνα ή τα έξυπνα δίκτυα. Αυτή η στρατηγική διάχυση είναι αποτέλεσμα τόσο της πίεσης του ανταγωνισμού (με συμπίεση των παραδοσιακών τηλεπικοινωνιακών εσόδων) όσο και των νέων ευκαιριών που ανοίγει η ψηφιακή οικονομία.
Οικονομικά στοιχεία: έσοδα, κερδοφορία και τιμολογιακές τάσεις
Παρότι οι υποδομές αναπτύσσονται ταχύτατα, η οικονομική εικόνα του κλάδου παρέμεινε στάσιμη. Όπως προαναφέρθηκε, τα συνολικά έσοδα τηλεπικοινωνιών μειώθηκαν ελαφρά (~1%) το 2024, παραμένοντας κάτω από το επίπεδο των 5 δισ. ευρώ, ενώ τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία για το 2025 δείχνουν σταθεροποιητικές τάσεις – με τα έσοδα να μην αυξάνονται σημαντικά, παρά την εκρηκτική αύξηση στη διακίνηση δεδομένων. Η υπερδεκαετής πίεση στις τιμές (ιδίως στη σταθερή τηλεφωνία και το broadband) έχει καταστήσει την ελληνική αγορά σχετικά οικονομική στην κινητή και ακριβότερη στη σταθερή, σε σχέση με την Ευρώπη. Οι εταιρείες πέτυχαν να διατηρήσουν την κερδοφορία τους κυρίως μέσω εξορθολογισμού δαπανών και προσφοράς premium υπηρεσιών (π.χ. μεγαλύτερων ταχυτήτων, τηλεόρασης, cloud backup κ.λπ.).
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο: παρά τις τεράστιες επενδύσεις του 2023–2025 σε FTTH και 5G, οι εταιρείες μόλις που αύξησαν το μέσο έσοδο ανά χρήστη (ARPU), καθώς πολλές νέες συνδέσεις προσφέρονται σε εκπτωτικά πακέτα. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί οι πάροχοι κυνηγούν συνέργειες (π.χ. παροχή ICT υπηρεσιών, είσοδος σε νέες αγορές) ώστε να βρουν επιπλέον πηγές εσόδων.
Στο χρηματιστήριο, ο ΟΤΕ –ως η μόνη εισηγμένη από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους– είχε μια χρονιά με θετική πορεία της μετοχής, αντανακλώντας αφενός την εμπιστοσύνη των επενδυτών στο μεγαλόπνοο επενδυτικό πρόγραμμα του ομίλου, αφετέρου την είσπραξη εσόδων από πωλήσεις μη βασικών δραστηριοτήτων (π.χ. ολοκλήρωση πώλησης της Telekom Ρουμανίας το προηγούμενο έτος). Η Nova και η Vodafone (μη εισηγμένες) επίσης ανακοίνωσαν σταθερά ή ελαφρώς αυξημένα έσοδα στο πρώτο εννεάμηνο, με τη Vodafone να σημειώνει αύξηση συνδρομητών σε οπτικές ίνες πάνω από 100% (διπλασιασμό ενεργών FTTH πελατών μέσα στο έτος).
Τάσεις τιμών και προσφορών: Υπό την πίεση του ανταγωνισμού, ειδικά μετά την είσοδο των εταιρειών ενέργειας, το 2025 είδαμε γενικευμένες προσφορές και εκπτώσεις. Τα πακέτα mobile τηλεφωνίας προσφέρονται πλέον με απεριόριστα data σε πολύ πιο προσιτές τιμές σε σύγκριση με 2-3 χρόνια πριν. Επίσης, στην σταθερή ευρυζωνικότητα παρατηρήθηκε μια σταδιακή μείωση του κόστους ανά Mbps: για παράδειγμα, η αναβάθμιση από τα 100Mbps στα 300Mbps παρέχεται από κάποιους παρόχους με μικρή ή και μηδενική επιπλέον χρέωση για να μετακινηθούν οι πελάτες σε ίνες. Η κυβέρνηση, δια του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, συνέβαλε έμμεσα στις τιμολογιακές τάσεις μέσω της επιδότησης συσκευών και συνδέσεων (voucher) αλλά και με θεσμικές πιέσεις για μείωση των χρεώσεων διατήρησης αριθμού, κατάργηση τελών στα ραντάρ π.χ. του 5G κ.λπ. Παράλληλα, οι πάροχοι επιδόθηκαν σε βελτίωση της εξυπηρέτησης πελατών – πεδίο όπου επίσης υπάρχει ανταγωνισμός, καθώς και οι τρεις μεγάλοι βραβεύτηκαν για πρακτικές τους (χαρακτηριστικά, η Volton/Orizon απέσπασε διάκριση για καινοτομία στην εξυπηρέτηση πελατών το 2025, ωθώντας και τους παραδοσιακούς σε βελτιώσεις omnichannel εμπειρίας). Συνολικά, ο καταναλωτής βγαίνει ωφελημένος, καθώς σήμερα απολαμβάνει ταχύτερες ταχύτητες, περισσότερο περιεχόμενο και μεγαλύτερα όρια δεδομένων, με σχεδόν ίδιο ή και χαμηλότερο κόστος συγκριτικά με λίγα χρόνια πριν.
Ψηφιακά έργα και δημόσιες επενδύσεις στην πληροφορική
Η ψηφιακή μετάβαση του Δημοσίου και οι επενδύσεις στην πληροφορική αποτέλεσαν άλλον έναν πυλώνα της τεχνολογικής επικαιρότητας του 2025. Η Ελλάδα αξιοποιεί σημαντικούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και ευρωπαϊκών κονδυλίων για να αναβαθμίσει τις ψηφιακές υπηρεσίες και τις κρατικές υποδομές ΤΠΕ. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συντονισμού έχει η κρατική εταιρεία «Κοινωνία της Πληροφορίας» Α.Ε., η οποία εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο «εργολάβο» ψηφιακών έργων στη χώρα. Σύμφωνα με στοιχεία, την περίοδο 2019–2025 οι πληρωμές για έργα ΤΠΕ μέσω της ΚτΠ Α.Ε. παρουσίασαν εκρηκτική αύξηση, αγγίζοντας συνολικά τα 2,886 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 1,952 δισ. προήλθαν από κρατικές ενισχύσεις (κονδύλια του Δημοσίου ή συγχρηματοδοτούμενα). Μέσα στο 2025 υλοποιήθηκαν ή προχώρησαν εμβληματικά έργα-μαμούθ όπως: το ΣΥΖΕΥΞΙΣ II (το εθνικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών του Δημοσίου), το GOV-ERP (ενιαίο σύστημα οικονομικής διαχείρισης του δημοσίου τομέα), το Εθνικό Μητρώο Πολιτών, η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η επέκταση του gov.gr με νέα ψηφιακά πιστοποιητικά κ.ά. Οι δημόσιες αυτές επενδύσεις όχι μόνο εκσυγχρονίζουν τις κρατικές υπηρεσίες (φέρνοντας τες επιτέλους στον 21ο αιώνα, όπως χαρακτηριστικά σχολίαζαν παράγοντες του χώρου), αλλά παράλληλα τροφοδοτούν την αγορά πληροφορικής με συμβόλαια και έργο, δίνοντας δουλειά σε πλήθος ελληνικών εταιρειών τεχνολογίας (integrators, software houses, συμβούλους κ.λπ.).
Ειδικά το Digital Ελλάδα 2.0 (το σκέλος του RRF για την ψηφιακή μετάβαση) χρηματοδότησε εντός του 2025 δεκάδες έργα: από υποδομές cloud του Δημοσίου, μέχρι πλατφόρμες για έξυπνες πόλεις και IoT αισθητήρες στον αγροτικό τομέα. Επίσης, το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης (με επικεφαλής πλέον τον Δημήτρη Παπαστεργίου, ο οποίος ανέλαβε και το χαρτοφυλάκιο Τεχνητής Νοημοσύνης μετά τις εκλογές) ανακοίνωσε νέα έργα στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υποδομών για κρίσιμες υπηρεσίες και πολιτική προστασία. Η έμφαση στην ανθεκτικότητα δικτύων ήρθε ως απόρροια των φυσικών καταστροφών (π.χ. πυρκαγιές, πλημμύρες) που ανέδειξαν την ανάγκη τα δίκτυα επικοινωνιών να διατηρούνται λειτουργικά σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Σε επίπεδο νομοθεσίας, το 2025 είδαμε την Ε.Ε. να επεξεργάζεται το νέο Digital Networks Act – μια πρωτοβουλία για την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και ανάπτυξης ευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών. Η Ελλάδα, διά της ΕΕΤΤ και του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, συμμετείχε ενεργά στον διάλογο, υποστηρίζοντας κινήσεις για απλοποίηση των διαδικασιών (π.χ. ταχύτερη έκδοση αδειών για κεραίες κινητής και εγκατάσταση οπτικών ινών). Παράλληλα, προσαρμόζει την εθνική νομοθεσία στις νέες Οδηγίες, όπως η Ευρωπαϊκή Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα και οι κανονισμοί για τις ψηφιακές πλατφόρμες. Στο μέτωπο της τεχνητής νοημοσύνης, παρότι δεν υπήρξε ακόμα οριστικό θεσμικό πλαίσιο (η Ε.Ε. συζητά τον AI Act), η Ελλάδα ίδρυσε ένα Εθνικό Συμβούλιο ΤΝ και ενέταξε πιλοτικές δράσεις ΑΙ σε δημόσιες υπηρεσίες (όπως chatbot στο gov.gr για πληροφορίες).
Ανάπτυξη του τομέα πληροφορικής και startup οικοσυστήματος
Η ελληνική βιομηχανία Πληροφορικής και Ψηφιακής Τεχνολογίας (ICT) διήλθε ένα έτος-ορόσημο το 2025, παρουσιάζοντας ιστορικά υψηλές επενδύσεις και ενισχυμένη διεθνή παρουσία. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σημειώθηκε ρεκόρ επενδύσεων σε ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις (startups): πραγματοποιήθηκαν 95 χρηματοδοτικές συμφωνίες (deals), μέσω των οποίων οι ελληνικές startups άντλησαν συνολικά 732 εκατ. ευρώ – ποσό αυξημένο κατά 35% σε σχέση με τα 555 εκατ. που είχαν συγκεντρώσει το 2024. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ετήσια χρηματοδότηση στα χρονικά του εγχώριου οικοσυστήματος και ένδειξη ότι το Ελληνικό Startup οικοσύστημα ωριμάζει και προσελκύει κεφάλαια μεγάλης κλίμακας. Μάλιστα, οι επενδυτές επικεντρώθηκαν περισσότερο σε ώριμες startups με δυνατότητα διεθνούς κλιμάκωσης – το 2025 πέρασε η εποχή του πειραματισμού και μπήκαμε στην εποχή επιλογής «πρωταγωνιστών», όπως σχολίασε χαρακτηριστικά ανάλυση του χώρου.
Η Ελλάδα ανέβηκε 2 θέσεις παγκοσμίως στον Δείκτη Καινοτομίας StartupBlink, καταλαμβάνοντας πλέον την 47η θέση (από 49η) παγκοσμίως και συγκαταλέγεται πλέον στο top-20 της Ε.Ε. σε δυναμική startup οικοσυστήματος. Οι διεθνείς επενδυτές έδωσαν ισχυρό «παρών»: περίπου το 1/3 των κεφαλαίων που μπήκαν σε ελληνικές startups το 2025 προήλθε από τις ΗΠΑ, άλλο 26% από την Ε.Ε., ενώ αξιοσημείωτο μερίδιο είχαν και επενδύσεις από τη Μεγ. Βρετανία (8%) και τη Μέση Ανατολή (6%). Παράλληλα, καταγράφηκαν 8 exits (εξαγορές) ελληνικών startups μέσα στη χρονιά, αριθμός μεγαλύτερος από πέρυσι, αν και δεν σημειώθηκε κάποιο “mega-deal” δισεκατομμυρίων όπως η περσινή εξαγορά της BETA CAE Systems (για ~$1,24 δισ. από αμερικανικό κολοσσό). Από τις 8 φετινές εξαγορές, οι 5 έγιναν από ξένες εταιρείες, δείγμα ότι τα ελληνικά τεχνολογικά εγχειρήματα βρίσκονται στο ραντάρ μεγάλων διεθνών παικτών.
Σε ό,τι αφορά τους τομείς αιχμής, οι κλάδοι που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον επενδυτών το 2025 ήταν η κινητικότητα (Mobility) –κυρίως χάρη σε έναν πολύ μεγάλο γύρο χρηματοδότησης σε εταιρεία του χώρου–, οι FinTech (χρηματοοικονομική τεχνολογία), η υγειονομική τεχνολογία (HealthTech) και οι λύσεις PropTech (τεχνολογία ακινήτων). Αυτό υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές startups πλέον δεν περιορίζονται σε «εύκολους» τομείς, αλλά καινοτομούν σε πεδία βαριάς τεχνολογίας και εξειδίκευσης. Επίσης, άνοδος σημειώθηκε και στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης και των Big Data, με αρκετές νεοφυείς εταιρείες να τραβούν προσοχή για λύσεις σε επιχειρησιακή ανάλυση δεδομένων, ενώ σταθερή αξία παραμένει ο χώρος του τουρισμού/travel tech, δεδομένης της εγχώριας αγοράς.
Οι μεγάλες παραδοσιακές εταιρείες πληροφορικής (όμιλοι όπως Quest/Uni Systems, Space Hellas, Intracom, Profile, Epsilon Net, Πλαίσιο κ.ά.) επίσης ευνοήθηκαν από το κλίμα. Πολλές εξ αυτών προχώρησαν σε εξαγορές μικρότερων εταιρειών για να ενισχύσουν το χαρτοφυλάκιό τους: π.χ. η Epsilon Net συνέχισε την επιθετική εξαγωγή εταιρειών λογισμικού και e-commerce, η SoftOne ένωσε δυνάμεις με άλλους παίκτες ERP, ενώ η Space Hellas ολοκλήρωσε την ενσωμάτωση της SingularLogic που είχε εξαγοράσει νωρίτερα. Παράλληλα, διεθνείς κολοσσοί τεχνολογίας συνέχισαν να επεκτείνουν τα κέντρα τους στην Ελλάδα: η Pfizer μεγάλωσε το digital hub της στη Θεσσαλονίκη, η Deloitte και η EY προσέλαβαν εκατοντάδες μηχανικούς για τα ελληνικά τους delivery centers, η TeamViewer αύξησε το R&D προσωπικό της στα Ιωάννινα, ενώ νέα ονόματα όπως η PeopleCert βγήκαν δυναμικά στις διεθνείς αγορές (η PeopleCert κατάφερε το 2025 να ενταχθεί στον δείκτη FTSE/Athex Large Cap, σηματοδοτώντας την πρώτη «αμιγώς tech» εταιρεία που πετυχαίνει κάτι τέτοιο στο ελληνικό Χρηματιστήριο).
Είναι φανερό λοιπόν ότι ο τομέας πληροφορικής στην Ελλάδα αναπτύσσεται σε όλα τα επίπεδα: από τα startups που προσελκύουν κεφάλαια, μέχρι τις καθιερωμένες επιχειρήσεις λογισμικού και υπηρεσιών που επεκτείνονται μέσω εξαγορών και νέων έργων. Το ανθρώπινο δυναμικό πληροφορικής –οι περίφημοι Έλληνες developers και μηχανικοί– παραμένει περιζήτητο, με την ανεργία στον κλάδο πρακτικά μηδενική και τους μισθούς να έχουν ανοδική τάση. Προκλήσεις βέβαια υπάρχουν: «διαρροή εγκεφάλων» προς το εξωτερικό, φορολογικά/γραφειοκρατικά βάρη και ανταγωνισμός από άλλες χώρες για τις ίδιες επενδύσεις. Ωστόσο, το 2025 έδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελεί ελκυστικό προορισμό τεχνολογικών επενδύσεων και να πρωταγωνιστεί στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης ως κόμβος καινοτομίας.

Cloud υποδομές και Data Centers: η Ελλάδα σε στρατηγικό σταυροδρόμι
Ένας τομέας που γνώρισε άνθηση το 2025 είναι οι υποδομές cloud και τα κέντρα δεδομένων. Η Ελλάδα τοποθετείται πλέον στον περιφερειακό χάρτη ως κόμβος δεδομένων, προσελκύοντας διεθνείς επενδύσεις χάρη στη γεωγραφική της θέση (προσφέρει χαμηλό latency μεταξύ Ευρώπης, Μ. Ανατολής και Αφρικής) και το βελτιούμενο ψηφιακό της προφίλ. Μέσα σε λίγα χρόνια, η διαθέσιμη ισχύς των data centers πολλαπλασιάστηκε: από μόλις ~5 MW έως το 2023, εκτιμάται ότι θα λειτουργούν 50–70 MW έως το 2026–27, με προβολές για 130 MW μέχρι το 2030. Αυτή η έκρηξη ικανότητας xώρων cloud προέρχεται από μια σειρά επενδύσεων: η Microsoft βρίσκεται σε φάση κατασκευής τριών hyperscale data centers στην Ανατολική Αττική (το πρώτο ιδιόκτητο κέντρο στα Σπάτα, ισχύος 19,2 MW, είναι υπό ανέγερση), η Google ανακοίνωσε τη δημιουργία cloud region και δρομολογεί δικά της data centers, ενώ η Amazon Web Services ήδη από το 2022 λειτουργεί Local Zone στην Αθήνα και διερευνά περαιτέρω επενδύσεις. Παράλληλα, πάροχοι data center όπως η Digital Realty (που εξαγόρασε την Lamda Hellix) επεκτείνουν συνεχώς τις εγκαταστάσεις: το Athens-3 και Athens-4 data center είναι σε εξέλιξη, ενώ και ελληνικές εταιρείες όπως η Lancom ολοκλήρωσαν νέα μεγάλα κέντρα (π.χ. το Balkan Gate Thessaloniki). Στο οικοσύστημα αυτό, το 2025 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Ελληνικών Data Centers (Greek Data Center Association – GDCA), ο οποίος από τον Απρίλιο συγκέντρωσε 19 ιδρυτικά μέλη και ήδη αριθμεί 35 εταιρείες. Στόχος του GDCA είναι η διαμόρφωση ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου και η επίλυση κοινών ζητημάτων – π.χ. η επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και η αντιμετώπιση του μεγάλου ζητήματος της ενέργειας: η επάρκεια ηλεκτρικής τροφοδοσίας για τα νέα data centers είναι μια από τις προκλήσεις, καθώς χρειάζονται σημαντικά φορτία ρεύματος.
Διεθνή καλωδιακά συστήματα: Μαζί με τα data centers, η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της και ως κόμβος διεθνών τηλεπικοινωνιακών δικτύων μέσω νέων υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών που προσαιγιαλώνονται στη χώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 2027 εκτιμάται πως θα έχουν φτάσει πάνω από 7 νέα υποθαλάσσια καλωδιακά συστήματα στη χώρα, διασυνδέοντας την Ελλάδα με Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Το 2025 τέθηκαν σε λειτουργία ή προχώρησαν έργα όπως το Ionic (σύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας), το Blue Submarine Cable System (της Telecom Egypt μέσω Κρήτης), καθώς και το τεράστιο καλωδιακό σύστημα 2Africa (συνεργασία Meta και τηλεπ. παρόχων) που θα περιβάλλει την Αφρική και θα τερματίζει σε σταθμό στην Κρήτη. Η Vodafone μάλιστα διαχειρίζεται τον νέο υπερσύγχρονο σταθμό προσαιγιάλωσης στο Τυμπάκι Ηρακλείου, ο οποίος εγκαινιάστηκε πρόσφατα και ήδη υποδέχεται διεθνή καλώδια, αυξάνοντας δραστικά τη χωρητικότητα και την ποιότητα διασύνδεσης της Ελλάδας με τον υπόλοιπο κόσμο. Με την ολοκλήρωση των τρεχόντων projects, η χώρα μας θα διαθέτει εναλλακτικές διεθνείς διαδρομές δεδομένων – γεγονός στρατηγικής σημασίας, καθώς μειώνει την εξάρτηση από δρομολογήσεις μέσω τρίτων χωρών και αναβαθμίζει τον ρόλο μας στο διεθνές ψηφιακό οικοσύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τηλεπικοινωνιακοί κολοσσοί θεωρούν τα καλώδια όχι απλώς υποδομές αλλά στρατηγικά assets που καθορίζουν την ψηφιακή κυριαρχία χωρών και ηπείρων..
Σε επίπεδο υπηρεσιών cloud, το 2025 περισσότεροι ελληνικοί οργανισμοί πέρασαν στο «νέφος». Οι μεγάλες τράπεζες ολοκλήρωσαν έργα μετάβασης core συστημάτων τους σε private cloud, το Δημόσιο ξεκίνησε το Government Cloud (G-Cloud) για να φιλοξενήσει εφαρμογές του υπουργείων, ενώ οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις αξιοποίησαν προγράμματα όπως το «Ψηφιακός Μετασχηματισμός ΜμΕ» για να υιοθετήσουν λύσεις SaaS (λογιστικά, ERP, e-commerce κ.λπ.). Η κυβερνοασφάλεια του cloud βρέθηκε στο επίκεντρο, με διεθνείς παρόχους να προσφέρουν data residency στην Ελλάδα (π.χ. η Microsoft σχεδιάζει “region” με τρία data centers, που θα επιτρέψει σε ελληνικά δεδομένα να φιλοξενούνται εντός χώρας) και λύσεις sovereign cloud σε συνεργασία με παρόχους ώστε να καλύψουν αυστηρές απαιτήσεις (π.χ. GDPR, κρατικά δεδομένα).
Κυβερνοασφάλεια: αυξανόμενες απειλές και έμφαση στην ανθεκτικότητα
Το 2025 ανέδειξε με δραματικό τρόπο τη σημασία της κυβερνοασφάλειας, καθώς οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο σημείωσαν ραγδαία αύξηση παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα. Η χώρα μας βρέθηκε στο στόχαστρο χάκερ όσο ποτέ άλλοτε: τον Αύγουστο του 2025 οι οργανισμοί στην Ελλάδα δέχθηκαν κατά μέσο όρο 1.684 κυβερνοεπιθέσεις την εβδομάδα, αριθμός αυξημένος κατά 39% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η έξαρση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στις πλέον στοχευμένες χώρες αναλογικά, σηματοδοτώντας την επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης της κυβερνο-ανθεκτικότητας σε κρίσιμους τομείς.. Οι επιτιθέμενοι δεν άφησαν στο απυρόβλητο κανέναν: από πανεπιστήμια και νοσοκομεία μέχρι παρόχους τηλεπικοινωνιών και κρατικούς οργανισμούς. Χαρακτηριστικά, τον Μάρτιο του 2025 μια σοβαρή κυβερνοεπίθεση στην ΕΕΤΑΑ Α.Ε. (Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης & Αυτοδιοίκησης) ακινητοποίησε τα πληροφοριακά της συστήματα για 5 ημέρες και προκάλεσε διαρροή προσωπικών δεδομένων, αναδεικνύοντας πόσο ευάλωτοι παραμένουν κρίσιμοι δημόσιοι φορείς. Επίσης, τον Σεπτέμβριο, κυβερνοεπίθεση σε μεγάλο πάροχο ground handling επηρέασε τη λειτουργία πολλών ελληνικών αεροδρομίων για δύο ημέρες, φανερώνοντας ότι οι επιπτώσεις πλέον αγγίζουν την καθημερινότητα πολιτών και τουρισμού.
Απέναντι σε αυτή την κλιμακούμενη απειλή, τόσο το κράτος όσο και οι επιχειρήσεις αύξησαν τις πρωτοβουλίες θωράκισης. Η νεοσύστατη Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας (που υπάγεται στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης) εξέδωσε νέες οδηγίες συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή οδηγία NIS2, επεκτείνοντας τις απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας σε ευρύτερο φάσμα οργανισμών πέραν των παραδοσιακών φορέων ζωτικής σημασίας. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι –που επίσης αποτελούν βασική υποδομή και στόχο– ενίσχυσαν τα SOC (Security Operations Centers) και λάνσαραν υπηρεσίες όπως διαχείριση ευπάθειας, anti-DDoS και κρυπτογραφημένες επικοινωνίες για εταιρικούς πελάτες. Παράλληλα, διοργανώθηκαν περισσότερες ασκήσεις προσομοίωσης κυβερνοεπιθέσεων σε δημόσιους οργανισμούς (cyber drills) και έγιναν εκστρατείες ενημέρωσης προς πολίτες για θέματα phishing, προστασίας προσωπικών δεδομένων κ.λπ.
Η νοοτροπία φαίνεται να αλλάζει: επιχειρήσεις και δημόσιος τομέας πλέον αντιλαμβάνονται ότι η κυβερνοασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια αλλά απαραίτητη προϋπόθεση της ψηφιακής λειτουργίας. Ενδεικτικό είναι ότι το μέσο κόστος data breach διεθνώς ανέβηκε σε ~$4,5 εκατ. και οι ασφαλιστικές καλύψεις cyber-insurance γίνονται δυσκολότερες. Στην Ελλάδα ειδικά, κλάδοι όπως η εκπαίδευση και οι τηλεπικοινωνίες καταγράφηκαν ως ιδιαίτερα ευάλωτοι – τα μεν πανεπιστήμια λόγω περιορισμένων πόρων ασφάλειας, οι δε τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι λόγω του ότι αποτελούν υποδομή-κλειδί για άλλους κλάδους. Η τάση των επιθέσεων θεωρείται πιθανό να συνεχιστεί αυξητικά. Ως απάντηση, το 2025 είδαμε και αύξηση των επενδύσεων σε λύσεις κυβερνοασφάλειας: από λογισμικά endpoint protection σε κάθε υπολογιστή μέχρι κρυπτογράφηση δεδομένων σε cloud και προσλήψεις εξειδικευμένων στελεχών (οι λεγόμενοι “white hat hackers” έχουν μεγάλη ζήτηση). Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κυβερνοασφάλεια αναδείχθηκε σε πρωτεύον θέμα στην ατζέντα των ΔΣ πολλών οργανισμών φέτος, με τις συζητήσεις να μετατοπίζονται από το “αν θα δεχθούμε επίθεση” στο “πότε θα δεχθούμε επίθεση και πόσο έτοιμοι είμαστε να την αντέξουμε”.
Επίλογος: προς μια συνδεδεμένη και ψηφιακή Ελλάδα
Η χρονιά που πέρασε έθεσε τα θεμέλια για μια νέα εποχή στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής στην Ελλάδα. Οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές του αύριο –οπτικές ίνες παντού, 5G δίκτυα επόμενης γενιάς, data centers και διεθνή καλώδια– χτίζονται εντατικά, μεταμορφώνοντας τη χώρα σε κόμβο συνδεσιμότητας στην ευρύτερη περιοχή. Οι επιχειρήσεις του κλάδου μετεξελίσσονται από απλοί πάροχοι τηλεφωνίας σε ολοκληρωμένους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών, αναζητώντας νέες ευκαιρίες στην οικονομία της γνώσης. Την ίδια στιγμή, η πολιτεία επενδύει όσο ποτέ άλλοτε στον ψηφιακό μετασχηματισμό, εκσυγχρονίζοντας το Δημόσιο και ενθαρρύνοντας την καινοτομία.
Βέβαια, προκλήσεις παραμένουν: η κερδοφορία των τηλεπικοινωνιών δεν είναι δεδομένη εν μέσω επενδυτικής έξαρσης, το κόστος ενέργειας και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού προβληματίζουν τις εταιρείες data centers, ενώ οι κυβερνοαπειλές εξελίσσονται σε μια συνεχή μάχη που πρέπει να δοθεί σε όλα τα μέτωπα. Ωστόσο, ο απολογισμός του 2025 είναι συνολικά θετικός. Η Ελλάδα μπαίνει στο 2026 με καλύτερα δίκτυα, πιο ώριμη ψηφιακή αγορά και αυξημένη εμπιστοσύνη ότι μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην 4η βιομηχανική επανάσταση. Οι καταναλωτές ήδη απολαμβάνουν πιο γρήγορο Internet, πιο ολοκληρωμένες ψηφιακές υπηρεσίες και –σταδιακά– αποδοτικότερο Δημόσιο, χάρη στις τεχνολογικές προόδους. Αν η δεκαετία του 2010 ήταν περίοδος υστέρησης στον ψηφιακό τομέα, η δεκαετία του 2020 δείχνει να εξελίσσεται σε δεκαετία ψηφιακής αντεπίθεσης για την Ελλάδα. Το 2025, ειδικότερα, θα μείνει ως η χρονιά που ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών «έτρεξε» μπροστά (με επενδύσεις-ρεκόρ, νέες υποδομές και παίκτες) και έβαλε τις βάσεις ώστε η χώρα να μετατραπεί σε hub τηλεπικοινωνιών και τεχνολογίας στη ΝΑ Ευρώπη. Με συνέχιση αυτής της δυναμικής, το μέλλον προδιαγράφεται ακόμη πιο συνδεδεμένο, ανταγωνιστικό και ψηφιακό για την Ελλάδα.